Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπρούμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπρούμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Μαΐου 2020

Το Μπρούμα στην πρώτη οθωμανική απογραφή της Πελοποννήσου (1460-1463) (Μέρος Δ΄)


Όπως είπαμε, η καταγραφή κάθε οικισμού αποτελείται από δύο μέρη: στο πρώτο απογράφονται όλοι οι αρχηγοί των εστιών, ενώ στο δεύτερο σημειώνονται οι φόροι που αντιστοιχούν στο χωριό. Ας δούμε, στο τέταρτο και τελευταίο μέρος αυτής της σειρά αναρτήσεων, το σχετικό χωρίο για το Μπρούμα (σ. 395):

ḥāṣıl 663

‘a(n) ispence 160
‘öşr-i kettān 30
‘öşr-i ḥınṭa 400
‘öşr-i cev 60
resm-i ḫanāzīr 13

Δηλαδή
φοροπρόσοδος 663 (ακτσέδες)
για την σπέντζα 160 (ακτσέδες)
δεκάτη λιναριού 30 (ακτσέδες)
δεκάτη σιταριού 400 (ακτσέδες)
δεκάτη κριθαριού 60 (ακτσέδες)
φόρος χοίρων 13 (ακτσέδες)


Όπως προαναφέρθηκε, ο βασικός φόρος που επιβαλλόταν στους μη οθωμανούς υπηκόους της αυτοκρατορίας ήταν η σπέντζα, που ανερχόταν στα 25 αργυρά νομίσματα για τους Έλληνες ενήλικες άρρενες και στα 20 για τους Αρβανίτες. Οι χήρες αρχηγοί οικογενειών πλήρωναν 6 ακτσέδες (σ. 238). Στην περίπτωσή μας, εφόσον πρόκειται για αρβανίτικο οικισμό, η σπέντζα ανέρχεται σε 160 νομίσματα, που αντιστοιχούν στους 8 ενήλικους άρρενες που απογράφονται.
Φόροι επιβάλλονταν και στην αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή (σιτάρι, κριθάρι, πρόβατα, χοίροι κλπ.). Στην περίπτωση του Μπρούμα πρόκειται ουσιαστικά για βασικά είδη διατροφής και ζωοτροφής, δηλαδή σιτάρι και κριθάρι, καθώς και χοίρους. Επιπλέον, καλλιεργείται σε μικρή κλίμακα λινάρι, ένα είδος που καλλιεργήθηκε στην Πελοπόννησο και ειδικά στην Ηλεία μέχρι και τον 19ο αι. και προοριζόταν κυρίως για εμπόριο.
Κατά την γνώμη μου, τα προϊόντα που καλλιεργούνται από τους κατοίκους του χωριού δείχνουν ότι βρίσκονται ακόμη σε πολύ πρώιμη φάση της εγκατάστασής τους, όταν προσπαθούν να εδραιώσουν τον οικισμό και να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα για την επιβίωσή τους. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πολλοί από τους αρβανίτικους οικισμούς αυτής της απογραφής, αν και μετρούσαν μόλις λίγα χρόνια ζωής. εγκαταλείφθηκαν σύντομα. Δεν θα ήταν άτοπο να υποθέσουμε ότι αυτό οφειλόταν στην αδυναμία των κατοίκων τους να εξασφαλίσουν τα προς το ζην.
Το οθωμανικό φορολογικό σύστημα της εποχής καθόριζε το ποσό του φόρου για κάθε καλλιέργεια. Για το σιτάρι, που αποτελεί για τον οικισμό την κύρια καλλιέργεια ως βασικό είδος διατροφής, ο φόρος οριζόταν στο 1/8 της παραγωγής (επομένως, αφού ο φόρος ορίζεται στους 400 ακτσέδες, η συνολική αξία της παραγωγής ανερχόταν στα 3.200 αργυρά νομίσματα). Ο ίδιος φόρος ίσχυε και για την παραγωγή κριθαριού, ενώ για το λινάρι αποδιδόταν στο κράτος το 1/10 της παραγωγής (σ. 238). Πρέπει να σημειωθεί ότι στην περίπτωση που οι υπόχρεοι του φόρου δεν μπορούσαν να δώσουν στο κράτος το ποσό του φόρου σε χρήματα, πλήρωναν με την αντίστοιχη ποσότητα του προϊόντος. Τέλος, ο φόρος επί των χοίρων οριζόταν σε έναν ακτσέ ανά οικόσιτο ζώο ή 1 ακτσέ ανά δύο ζώα ελευθέρας βοσκής (σ. 239).
Συνολικά, πάντως, το ύψος του οφειλόμενου φόρου για τον οικισμό, δηλαδή ο φόρος της σπέντζας και οι φόροι επί της αγροτοκτηνοτροφικής παραγωγής, ανερχόταν στους 663 ακτσέδες. Πρόκειται για μικρό σχετικά ποσό, το οποίο αποτελούσε μέρος του χας του Sinān Beg bin Elvān Beg. Ο Sinān Beg ήταν ο πλουσιότερος τιμαριούχος του Μοριά για την εποχή, με το εισόδημά του να ξεπερνά τα 448.000 νομίσματα (σσ. 232 και 234).


   (οι εντός παρένθεσης σελίδες παραπέμπουν στο βιβλίο του δρ. Λιακοπούλου)

Παρασκευή 15 Μαΐου 2020

Το Μπρούμα στην πρώτη οθωμανική απογραφή της Πελοποννήσου (1460-1463) (Μέρος Γ΄)



   Για χάριν της σύγκρισης, ας δούμε ποια χωριά της περιφέρειας Γουμέρου είναι σύμφωνα με την απογραφή αρβανίτικα και ποια ελληνικά (σσ. 81-101 και 387-399). Πολλά από τα αρβανίτικα και μερικά ελληνικά είναι σήμερα εγκαταλελειμμένα και η θέση τους άγνωστη.
   Πρέπει να σημειώσουμε, πάντως, ότι η εντύπωση που σχηματίζουμε λόγω του πλήθους των αρβανίτικων οικισμών για την αριθμητική υπεροχή του αρβανίτικου πληθυσμού είναι εσφαλμένη. Πρόκειται για χωριά αποτελούμενα από ελάχιστες οικογένειες, ενώ οι ελληνικοί οικισμοί είναι πολύ μεγαλύτεροι (σ. 224)

Οικισμοί Ελλήνων

Αγουλινίτσα     Γερμοτσάνι     Γιάρμενα     Γούμερο     Δερβινή
Διμινίτσα     Δουμενά     Καρίζα     Κερέσοβα     Κερτίζα
Λιβάρτζι     Ποντικόκαστρο (κάστρο Κατακόλου)     Πορετσό
Τσίπιανα     Τζόγια     Χελιδόνι     Ώλενα

Οικισμοί Αρβανιτών

Βασιλόπουλου     Γάρδεσι     Γκλάβα     Δόριζα     Καβαλάρη
Καζάνι     Κακούσι     Καράτουλα     Κατσαρού     Κόκλα
Κομποθέκρα     Κονταρή      Κοντομιχάλη      Κούκουρα
Κούμανι      Κουρλέσα     Κούτση     Κουτσοχέρα     Κρεκούκι
Κώστα Λάκα      Λάζαρου Μπούγα     Λαλοί     Λαμπέτι
Λάνθι     Λαντζόι     Λογοθέτη      Λυκούρεσι      Μάζι
Μακρυπόδη      Ματαράγκα      Μαυρομάτι      Μιράκα
Μίχαλου      Μπράνκα      Νάσα      Νικηφόρου      Πλάθα
Πλάτανος      Πόθου      Ρετεντού      Ρώμεσι      Σαρακίνα
Σελά     Σιταρά      Σόπι      Σούλι      Σούρμπι      Σπανού
Σπάτα      Τόσκες      Φράγκα      Χαϊκάλι

   Σε καμμία περίπτωση οι αρβανίτικες καταβολές των χωριών της περιοχής δεν αποτελούν νέο ή απρόσμενο στοιχείο. Ενδείξεις για ύπαρξη σε παλαιότερες εποχές αρβανίτικων πληθυσμών υπήρχαν διαφόρων ειδών. Καταρχάς, όπως αναφέραμε στην προηγούμενη ανάρτηση, από διάφορες ιστορικές πηγές, βυζαντινές και μεταγενέστερες, ήταν γνωστό και μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση το γεγονός της καθόδου και εγκατάστασης Αρβανιτών στην Πελοπόννησο γενικώς και στην Ηλεία ειδικότερα ήδη από τον 14ο και κυρίως τον 15ο αι. (σσ. 212-213). Εκείνο που δεν γνωρίζαμε μέχρι τώρα ήταν το μέγεθος του αρβανίτικου πληθυσμού που εγκαταστάθηκε στην περιοχή μας και τις λεπτομέρειες για την ενσωμάτωσή του στην τοπική κοινωνία. Όσον αφορά το τελευταίο, πολλές λεπτομέρειες μας διαφεύγουν ακόμη.
Έχει, πάντως, υποστηριχθεί ότι οι βασικοί λόγοι της ομοιογενοποίησης Αρβανιτών και Ελλήνων ήταν η κοινή ορθόδοξη πίστη, η κοινή εναντίωση απέναντι στους Οθωμανούς, αλλά και η συνήθης τάση των ξένων να υιοθετούν τον πολιτισμό των ντόπιων στις περιοχές που εγκαθίστανται. Πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να επισημάνουμε ότι το θέμα της αλληλεπίδρασης Αρβανιτών και Ελλήνων χρήζει διαφορετικής προσέγγισης ανά περιοχή: διαφορετικές συνθήκες διαμόρφωσαν την κοινή πορεία Αρβανιτών και Ελλήνων στην Ηλεία, διαφορετικές στην Μεσσηνία και εντελώς διαφορετικές στην Αττική, όπου το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού μέχρι και τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι. ήταν αρβανιτόφωνο.
Επιπλέον, πολλές ονομασίες χωριών της περιοχής ήταν γνωστό ότι έχουν αρβανίτικη καταγωγή, όπως το Κρεκούκι. Σε άλλες περιπτώσεις η άγνοια ή η εσκεμμένη απόκρυψη είχαν οδηγήσει σε απολύτως ανιστόρητες και συχνά αστείες εξηγήσεις. Θυμάμαι ότι σαν παιδί είχα ακούσει από κατοίκους του γειτονικού Σμίλα ότι η ονομασία του χωριού τους οφείλεται στο ότι εκεί έχασε ο Πραξιτέλης την σμίλη του!
Για την ονομασία Μπρούμα έχουν διατυπωθεί εξίσου εξωφρενικές θεωρίες. Γνωστός συγγραφέας «ιστορικών» μελετών της περιοχής διατύπωσε χωρίς κανένα ιστορική απόδειξη την άποψη ότι το όνομα προέρχεται από την τούρκικη λέξη μπρουμάς, που δηλώνει τον αρνησίθρησκο. Συσχέτισε, μάλιστα, την θεωρία του αυτή με την ύπαρξη στο χωριό «τουρκόγυφτων», όπως ανιστόρητα τους ονομάζει (Β. Δάββος, Ιστορική έρευνα 32 χωριών της Ηλείας, σσ. 30-31). 
Είχε, επίσης, υποστηριχθεί - με κάποια δόση αλήθειας, ομολογουμένως - ότι η ονομασία έχει τις ρίζες της στην ρουμάνικη λέξη brumâ (= πάχνη, < λατ. bruma= χειμώνας) και οφείλεται στην ύπαρξη πολλών πηγών στο χωριό. Αφενός, όμως, παρατηρούμε ότι η ρουμάνικη αυτή λέξη μας οδηγεί και πάλι σε μία από τις δύο προτάσεις του δρ. Λιακόπουλου για την αρβανίτικη καταγωγή του ονόματος (brymë= πάχνη). Αφετέρου, δεν υπάρχει καμμία απολύτως ιστορική ένδειξη για σχέσεις της Ηλείας με ρουμανόφωνους πληθυσμούς.
Επομένως, το περιστατικό που μου διηγήθηκαν πρόσφατα ότι συνέβη σε ένα από τα καφενεία του χωριού έχει και αυτό την σημασία του: κάποιο βράδυ προκλήθηκε διαφωνία ανάμεσα σε χωριανούς και Αλβανούς κατοίκους του χωριού για το όνομα, με τους πρώτους να υποστηρίζουν την ρουμάνική του ρίζα και τους δεύτερους να εξηγούν ότι είναι αλβανική λέξη. Η άποψη των Αλβανών ήταν σίγουρα πιο κοντά στην αλήθεια.
Εξίσου σημαντικό στοιχείο είναι και τα αρβανίτικα τοπωνύμια που διασώθηκαν ως σήμερα σε πολλά χωριά. Συγκεκριμένα στο χωριό μας βρίσκονται σε χρήση τουλάχιστον τρία τέτοια τοπωνύμια: η ονομασία Κάστα προέρχεται από την αρβανίτικη λέξη kashtë (= ψαθί) και προφανώς οφείλεται στην βαλτώδη σύσταση της περιοχής. Επιπλέον, το όνομα Καρούτα (τοποθεσία κοντά στον Ριζόμυλο) αποτελεί εξελληνισμένη μορφή της αρβανίτικης λέξης karrute (=ποτίστρα). Τέλος, το τοπωνύμιο Ρένια ανακαλεί εμφανέστατα την αρβανίτικη λέξη Rrënjë (=ρίζα δέντρου/ πρόποδες λόφου).
Δεν πρέπει, τέλος, να αγνοήσουμε το γεγονός ότι τόσο ο Γ. Παπανδρέου (Η Ηλεία δια μέσου των αιώνων [1924], σσ. 34, 326 και 340), όσο και ο Κ. Ν. Ηλιόπουλος ("Το τοπωνυμικόν της Ηλείας", Αθηνά 52 [1948], σ. 169) βεβαιώνουν ότι τουλάχιστον μέχρι τον 19ο αι. στα χωριά Μπάστα, Καλολετσή και Μηλιές τα αρβανίτικα ομιλούνταν ως δεύτερη γλώσσα παράλληλα με τα ελληνικά. Οι τρεις αυτοί οικισμοί δεν εμφανίζονται στην εν λόγω απογραφή, αλλά δεν παύουν να αποδεικνύουν ότι Αρβανίτες υπήρχαν στην περιοχή.
Στο τέταρτο μέρος θα παρουσιαστούν οι φόροι που όφειλαν οι κάτοικοι του χωριού σύμφωνα με την απογραφή.

(οι εντός παρένθεσης σελίδες παραπέμπουν στο βιβλίο του δρ. Λιακόπουλου)

Πέμπτη 14 Μαΐου 2020

Το Μπρούμα στην πρώτη οθωμανική απογραφή της Πελοποννήσου (1460-1463) (Μέρος B΄)

   Όπως ανέφερα στο πρώτο μέρος αυτής της σειράς αναρτήσεων, οι οικισμοί της Ηλείας ήταν χωρισμένοι κατά την εποχή που διενεργήθηκε η απογραφή, σε τέσσερις περιφέρειες: του Χλεμουτσίου, του Γουμέρου, του Αγίου Ηλία και του Γάτσικου.
   Η περιφέρεια του Γουμέρου περιελάμβανε δύο πολυπληθείς πόλεις με αμιγή ελληνικό πληθυσμό, το Γούμερο και το Χελιδόνι. Πρόκειται για την δεύτερη και την πέμπτη αντίστοιχα μεγαλύτερη πόλη της Πελοποννήσου εκείνη την εποχή. Οι υπόλοιποι οικισμοί ήταν μικρού έως μεσαίου μεγέθους.
   Ανάμεσα σε αυτά τα χωριά με τις ελάχιστες οικογένειες καταγράφεται και το Bruma, αποτελούμενο από 7 οικογένειες Αρβανιτών, δηλαδή αλβανόφωνων Χριστιανών. Τα ονόματα των αρχηγών των εστιών του οικισμού καταγράφονται στο τουρκικό κείμενο ως εξής (σ. 395):
  
ḳarye-i Bruma ez cemā’at-i Arnavudan, ḫāṣṣa-ı Mīrlivā

Andriya Bruma
Yani Bruma
Petros veled-i o
Domeniḳa Bruma
Kolimanos birāder-i o
Yorgi Ipṣarı
Kosta birāẕer-ı o
mücerred Pavlos Bruma

ḫāne 7
mücerred 1

Δηλαδή
Χωριό Μπρούμα από την (πληθυσμιακή) ομάδα των Αρβανιτών, χας του μιρλιβά.

Ανδρέας Μπρούμας
Γιάννης Μπρούμας
Πέτρος, γιος του προηγούμενου
Δομήνικος Μπρούμας
Κολιμάνος, αδελφός του προηγούμενου
Γιώργης Ψάρης
Κώστας, αδελφός του προηγούμενου
ανύπανδρος Παύλος Μπρούμας

Εστίες 7
Ανύπανδρος 1

Όπως και όλα τα υπόλοιπα χωριά της περιφέρειας Γουμέρου, το Μπρούμα αποτελεί μέρος του χας που έχει παραχωρηθεί στον μιρλιβά. Με τον όρο χας εννοείται κτήμα παραχωρημένο από τον Σουλτάνο που αποφέρει στον κάτοχό του εισόδημα άνω των 100.000 ακτσέδων (ασημένιων νομισμάτων). Ο μιρλιβάς ήταν στρατιωτικός βαθμός της οθωμανικής αυτοκρατορίας, που αντιστοιχεί στον υποστράτηγο. Στην συγκεκριμένη περίπτωση αναφέρεται στον Sinān Beg bin Elvān Beg, διοικητή του Μοριά.
Παρατηρούμε, καταρχάς, ότι πέντε άτομα φέρουν το επώνυμο Μπρούμας, ανήκουν δηλαδή στην ίδια οικογένεια. Πρόκειται προφανώς για αδέλφια και πατέρες-γιους που μετακινήθηκαν μαζί με τις οικογένειές τους και εγκαταστάθηκαν στο συγκεκριμένο τόπο. Δεν μπορούμε, επομένως, παρά να μιλάμε για ειρηνική εγκατάσταση, εφόσον όπως θα φανεί και στην συνέχεια, έχουμε και ενδείξεις καλλιέργειας της γης. Οι δύο αρχηγοί εστιών με το επώνυμο Ψάρης θα πρέπει να θεωρηθούν μάλλον μέλος της φατρίας, πιθανώς μέσω γάμου. Είναι εμφανές ότι, με εξαίρεση τα Δομήνικος και Κολιμάνος, όλα τα βαπτιστικά ονόματα είναι ελληνικά χριστιανικά.
Είναι προφανές ότι η ονομασία του χωριού, η οποία διατηρήθηκε επί αιώνες και μέχρι το 1915, οφείλεται στο επώνυμο των πρώτων αυτών οικιστών. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι το όνομα του χωριού χρησιμοποιείται προφορικά στην γενική πτώση (Στου Μπρούμα, Από του Μπρούμα), υποδεικνύοντας ότι αρχικά αναφερόταν σε ανθρωπωνύμιο (βλ. και σ. 13). Εξάλλου, είναι προφανές ότι στα ελληνικά η λέξη αυτή δεν σημαίνει τίποτα. Προέρχεται είτε από την αρβανίτικη λέξη brumë (ζύμη) ή από την επίσης αρβανίτικη λέξη brymë (ομίχλη, πάχνη) (σ. 88). Πιθανώς, το επώνυμο της φατρίας των οικιστών του χωριού ήταν στην πραγματικότητα παρατσούκλι (σαν να λέμε στα ελληνικά "Ψωμάς")
Όσον αφορά τον συνολικό αριθμό των κατοίκων του οικισμού, το κατάστιχο δεν δίνει κανένα απολύτως στοιχείο. Ο αριθμός των μελών της οικογένειας δεν είχε καμμία σημασία για το οθωμανικό κράτος, που υπολόγιζε τους φόρους ανά οικογένεια, ανεξάρτητα από το μέγεθός της. Μέχρι στιγμής, οι μελετητές προτείνουν διάφορους αριθμούς για τα μέλη κάθε εστίας, από 3.5 ως 7. Με δεδομένο ότι ένας από τους 7 ενήλικους άρρενες του οικισμού είναι ανύπανδρος (και προφανώς κατοικεί μαζί με τους γονείς του) προκύπτει ένα σύνολο κατοίκων από 26 (7*3.5+1) ως 50 (7*7+1) άτομα.
Η πρακτική της διάκρισης ανάμεσα σε Έλληνες και Αρβανίτες στην απογραφή αυτή, κατά τον δρ. Λιακόπουλο, έχει ως αιτία την ιδιαίτερη φορολογική μεταχείριση των Αρβανιτών, οι οποίοι πλήρωναν 20 ακτσέδες (ασημένια νομίσματα) ανά οικογένεια. Αντίστοιχα, κάθε ελληνική οικογένεια όφειλε 25 ακτσέδες (σ. 214). Η πρακτική αυτή της φορολογικής ελάφρυνσης των Αρβανιτών φαίνεται πως είχε τις ρίζες της σε αντίστοιχη υστεροβυζαντινή. Στην επόμενη απογραφή του 1514, όταν η ενσωμάτωση των Αρβανιτών είχε ολοκληρωθεί, δεν γίνεται διάκριση ανάμεσα στις δύο πληθυσμιακές ομάδες (σ. 221).
Η εμφάνιση των αρβανίτικων πληθυσμών στον ελλαδικό χώρο ξεκινά με την άφιξή τους κατά το 1315 στις ορεινές περιοχές της Θεσσαλίας. Στα μέσα του 14ου αι. καταγράφεται μικρός αριθμός Αρβανιτών στην κεντρική Πελοπόννησο, ενώ το 1394-5 αναφέρεται ότι 10.000 Αρβανίτες έφτασαν στον Ισθμό και ζήτησαν από τον Δεσπότη του Μυστρά Θεόδωρο Β΄ Παλαιολόγο άδεια να εγκατασταθούν στην Πελοπόννησο. Το δεύτερο και σημαντικότερο κύμα εγκατάστασης στην Πελοπόννησο σημειώθηκε το 1418 (σσ. 212-213). Οι νέοι αυτοί πληθυσμοί κάλυψαν το δημογραφικό κενό που είχε δημιουργηθεί στην Πελοπόννησο από τους συνεχείς πολέμους, αλλά και τις λοιμικές νόσους (σ. 214).
Θα πρέπει, επομένως, να τοποθετήσουμε την εγκατάσταση στην περιοχή της φατρίας Μπρούμα πιθανότερα κατά την τελευταία διείσδυση Αρβανιτών στην Πελοπόννησο, αν όχι  αργότερα. Δεν θα ήταν άτοπο να θεωρήσουμε ότι, αν το 1418 εισήλθε μεγάλος αριθμός στο Μοριά, θα πρέπει να μεσολάβησε κάποιο χρονικό διάστημα, ώσπου να βρουν την κατάλληλη περιοχή και να αποφασίσουν να εγκατασταθούν (σ. 214). Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να τοποθετήσουμε την δημιουργία του οικισμού στις πρώτες δεκαετίες του 15ου αι. Δεν είναι, με άλλα λόγια, ξεκάθαρο αν τα άτομα που απογράφηκαν το 1460-63 είναι η πρώτη γενιά οικιστών ή οι απόγονοί τους.
Σιωπή χαρακτηρίζει το κατάστιχο και ως προς την ακριβή θέση του οικισμού. Ίσως γνωρίζετε πολλοί την προφορική παράδοση που αναφέρει ότι το χωριό μεταφέρθηκε στην σημερινή του θέση από την τοποθεσία Παλιοχώρι λόγω επιδημίας. Αν υπάρχει κάποια βάση στην ιστορία αυτή, πρέπει να υποθέσουμε ότι η εγκατάσταση της αρβανίτικης φατρίας Μπρούμα έγινε αρχικά σε εκείνη την παλαιά θέση; Ίσως έχει κάποια σημασία να παρατηρήσουμε ότι άλλες αρβανίτικες εγκαταστάσεις της περιοχής, όπως το Λαντζόι, το Κρεκούκι, το Σμίλα κ. ά. βρίσκονται σε πλαγιές λόφων και όχι σε βυθισμένα σημεία, όπως η σημερινή θέση του χωριού μας. Η τοποθεσία Παλιοχώρι μοιάζει περισσότερο με τις θέσεις των άλλων οικισμών. Γενικά, πάντως, από την απογραφή καθίσταται φανερό ότι υπήρχε η τάση οι αρβανίτικοι πληθυσμοί να εγκαθίστανται σε πεδινές περιοχές, κοντά σε διαθέσιμες καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Αντίθετα, οι ελληνικοί οικισμοί κατελάμβαναν τις ορεινές και πιο οχυρές θέσεις (σ. 221). Παραδείγματος χάρη, στην επαρχία Γουμέρου, στην οποία όπως είπαμε ανήκε το Μπρούμα, τα τρία κυριότερα ελληνικά χωριά (Χελιδόνι, Ώλενα και Γούμερο) βρίσκονται στα ορεινά και μάλιστα σε τειχισμένες θέσεις. Αντίθετα, οι αρβανίτικοι οικισμοί απλώνονται στην συντριπτική τους πλειοψηφία στην μακρόστενη κοιλάδα που ανοίγεται στις δυτικές υπώρειες του όρους Φολόη, από το Σόπι μέχρι την Μιράκα.
Στο τρίτο μέρος θα αναφερθούμε πιο αναλυτικά στο θέμα της παρουσία Αρβανιτών στην Ηλεία. 

(οι εντός παρένθεσης σελίδες παραπέμπουν στο βιβλίο του δρ. Λιακόπουλου)

Τετάρτη 13 Μαΐου 2020

Το Μπρούμα στην πρώτη οθωμανική απογραφή της Πελοποννήσου (1460-1463) (Μέρος Α΄)


   Με τις υποχρεώσεις να γίνονται όλο και πιο πιεστικές, αλλά ταυτόχρονα και με την έρευνα να προχωράει σε όλο και πιο ουσιαστικά μονοπάτια, το ιστολόγιο έμεινε επί δύο και πλέον χρόνια σιωπηλό. 
    Η επιστροφή θα γίνει με μια σειρά αναρτήσεων, οι οποίες θα αφορούν τα νέα στοιχεία που προέκυψαν για το χωριό μας, αλλά και για την Πελοπόννησο συνολικά, μετά την δημοσίευση τον Δεκέμβριο του 2019 της συμπληρωμένης μορφής της διδακτορικής διατριβής του οθωμανολόγου δρ. Γεωρ. Λιακοπούλου υπό τον τίτλο  The Early Ottoman Peloponnese: A study in the light of an annotated editio princeps of the TT10-1/14662 Ottoman taxation cadastre (ca. 1460-1463). Στην μελέτη αυτή παρουσιάζεται και σχολιάζεται για πρώτη φορά το πλήρες κείμενο της απογραφής που διεξήγαγαν οι Οθωμανοί μετά την κατάκτηση της Πελοποννήσου μεταξύ των ετών 1460 και 1463.


                                                                      Εισαγωγικά


Το κατάστιχο αποτελείται σήμερα από δύο μέρη, που προέκυψαν από τον διαμελισμό του κατά την δεκαετία του 1930. Από αυτά, το πρώτο με την αρχειακή ονομασία TT10 βρίσκεται στα Πρωθυπουργικά Οθωμανικά Αρχεία της Κωνσταντινούπολης, ενώ το δεύτερο (1/14662) φυλάσσεται στο Τμήμα Ανατολικών Συλλογών της Εθνικής Βιβλιοθήκης Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου στη Σόφια (σ. 5).
Συνολικά απογράφονται 667 οικισμοί, χωρισμένοι σε 18 περιφέρειες: Καλάβρυτα (Kalavrita), Μυστράς (Mizisra), Μουχλί (Miḫlu), Βλαχέρνα (Bejenik), Αίγιο (Voştiça), Χλεμούτσι (Ḫulumiç), Γούμερο (Vumero), Παλαιόκαστρο (Kirvuḳor), Αρκαδιά (Arḳadya, δηλαδή Κυπαρισσία), Λεοντάρι (Londar), Κόρινθος (Ḳorisos), Παλιά Πάτρα (Balya Badra), Χαλανδρίτσα (Ḳalandriça), Σανταμέρι (Ṣandamiri), Γρεβενό (Girbene), Άγιος Ηλίας (Ayo Ilya), Γάτσικο (Ġardicḳo), Σαλμενίκο (Salmenik) (σ. 12).
Οι οικισμοί κατατάσσονται από τον καταστιχωτή σε τρεις ομάδες, ανάλογα με την εθνική καταγωγή των κατοίκων τους: άλλοι είναι αμιγώς ελληνικοί, άλλοι αμιγώς αρβανίτικοι και σπανιότερα ορισμένοι χαρακτηρίζονται μικτοί (σ. 220). Η καταγραφή κάθε οικισμού αρχίζει με την ονομασία του και την εθνοτική ομάδα στην οποία ανήκουν οι κάτοικοί του, ακολουθούμενη από τον τιμαριούχο στον οποίο έχει παραχωρηθεί το δικαίωμα είσπραξης των φόρων. Ακολουθούν τα ονόματα των ενηλίκων αρρένων αρχηγών κάθε εστίας, τα ονόματα των χηρών και των ενηλίκων ανύπανδρων αρρένων (σ. 211). Τέλος, σημειώνονται τα ποσά των φόρων που αναλογούν στον οικισμό με βάση τον αριθμό των κατοίκων του και το μέγεθος της αγροτικής του παραγωγής (σ. 237 κ. εξ.).
Από τις 18 απογραφόμενες περιφέρειες οι αφορώσες την Ηλεία είναι αυτές του Χλεμουτσίου (εκτείνεται στα βόρεια του σημερινού νομού, από το Καγκάδι Αχαΐας μέχρι τα Σαβάλια), του Γουμέρου (από την ορεινή Ηλεία μέχρι το Ποντικόκαστρο Κατακόλου), του Αγίου Ηλία (μία στενή ζώνη οικισμών ανάμεσα στις δύο προηγούμενες περιφέρειες, από την Ανδραβίδα μέχρι την Δίβρη) και του Γάτσικου (περιλαμβάνει κυρίως οικισμούς της σημερινής Τριταίας Αχαΐας, αλλά και της Ηλείας, όπως το Λάλα και το Λυκούρεσι-Βασιλάκι).

(οι εντός παρένθεσης σελίδες παραπέμπουν στο βιβλίο του δρ. Λιακόπουλου)

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013

Ταφικές συνήθειες στο νεκροταφείο του Αγίου Νικολάου

Ο τρόπος με τον οποίο διαχειριζόμαστε τους νεκρούς μας αντικατοπτρίζει τις αντιλήψεις της εποχής μας για τον θάνατο, για την μεταθανάτια ζωή, την σχέση μας με τον ίδιο τον νεκρό. Φυσικά, οι ταφικές συνήθειες είναι διαφορετικές για κάθε εποχή, αν και πολλές φορές ταφικά έθιμα μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά ασυναίσθητα.
Έχω και παλαιότερα αναφερθεί στον ναό του Αγίου Νικολάου, που ανήκει σήμερα στο Λαντζόι αλλά είναι χτισμένος στα ερείπια του ναού του παλιού χωριού, τιμωμένου επίσης επ' ονόματι του Αγίου Νικολάου. Στον περίβολο του ναού αυτού συναντούμε και τον μεγαλύτερο αριθμό ταφών σε σχέση με τις άλλες δύο γνωστές από τοπωνύμια εκκλησίες, του Αγίου Γεωργίου και του Αϊ-Γιάννη. Για την περιοχή του Αϊ-Γιώργη είναι γνωστό ότι φιλοξενεί, επίσης, ταφές, όπως και ο Άγιος Νικόλαος, αφού αρκετές φορές έχουν έρθει κατά λάθος στην επιφάνεια οστά κατά την διάρκεια αγροτικών εργασιών. Για τον ναό του Αϊ-Γιάννη, ωστόσο, δεν έχει ποτέ αναφερθεί ανακάλυψη τάφου.
Όπως και παλιότερα είχα αναφέρει, στον περίβολο του Αγίου Νικολάου οι ταφές αποκαλύφθηκαν για πρώτη φορά κατά την διάνοιξη του αγροτικού δρόμου την δεκαετία του 1970. Έκτοτε και κυρίως κατά τον εορτασμό του νέου ναΐσκου στις 10 Μαΐου κάθε χρόνο, οπότε και εκτελούνται "εξωραΐστικές" εργασίες (αν μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει έτσι εργασίες που ξεθάβουν νεκρούς δήθεν για να καθαρίσουν το προαύλιο του ναού), παρασύρονται από τα μηχανήματα οστά, υπολείμματα του παλαιού ναού, κεραμικά και άλλα αντικείμενα.
Όλη αυτή η καταστροφή, η οποία μόνο με παρέμβαση της αρχαιολογίας μπορεί να διορθωθεί, έχει και το θετικό της, που είναι η παρατήρηση των ταφικών συνηθειών της εποχής εκείνης. Όμως, για ποιά εποχή μιλάμε άραγε; Θα πρέπει να υποθέσουμε ότι οι τελευταίες ταφές στον χώρο αυτόν, αν αποτελούσε πράγματι το νεκροταφείο του παλαιού χωριού (κάτι που είναι αβέβαιο, αφού, όπως προανέφερα, ταφές ανακαλύπτονται και στον Αϊ-Γιώργη), θα πρέπει να πραγματοποιήθηκαν κάποια στιγμή κατά τον 18 αιώνα. Το χωριό βρίσκεται ήδη στην σημερινή του θέση το 1830, άρα η μεταφορά του (αν είναι πραγματικότητα και όχι μύθος) θα πρέπει να έγινε τουλάχιστον στις αρχές του 19ου αιώνα.
Στην τελευταία βόλτα μου, λοιπόν, στον Αϊ-Νικόλα, αυτό που παρατήρησα με ενδιαφέρον είναι ότι σε δύο ταφές που είχαν αποκαλυφθεί πάνω στον δρόμο στις δύο πλευρές του κρανίου κάθε νεκρού ήταν τοποθετημένες δύο πέτρες, πάνω στις οποίες στηριζόταν μία κεραμίδα. Το πρόσωπο, δηλαδή, του νεκρού βρισκόταν μέσα στο αυλάκι της κεραμίδας, σαν να ήθελαν να το προστατέψουν.
Περισσότερα στοιχεία δεν είναι δυνατόν να προκύψουν, αφού για κάτι τέτοιο είναι αρμόδιοι οι  αρχαιολόγοι, και σε καμία περίπτωση τα τρακτέρ. Είναι φανερό, πάντως, ότι η κατεύθυνση του νεκρού είναι, όπως και σήμερα ανατολική, χωρίς να μπορεί να διακριθεί η στάση του σώματος.
Για την χρήση της κεραμίδας ως καλύμματος του προσώπου θα πρέπει να υποθέσουμε ότι οφείλεται στην απουσία φερέτρου, το οποίο μέχρι και πριν μερικές δεκαετίες αποτελούσε πολυτέλεια. Θεωρώ δηλαδή ότι η κίνηση αυτή δηλώνει φροντίδα των ζωντανών να προστατέψουν το πρόσωπο του νεκρού. Άλλωστε, παρόμοια είναι και η σημερινή συνήθεια να καλύπτουμε τα πρόσωπα των νεκρών πριν την ταφή με μαντήλι.
Εν πάση περιπτώσει, είναι εμφανές όχι μόνο από το περιστατικό αυτό αλλά και από τα υπόλοιπα ευρήματα της περιοχής ότι η έρευνα εκ μέρους των ειδικών είναι αναγκαία και θα φέρει σίγουρα ενδιαφέροντα αποτελέσματα.

Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

Μετωνομασία Μπροῦμα εἰς Ἡράκλειαν

Εννενήντα οκτώ χρόνια συμπληρώνονται αύριο από την ημέρα που ελήφθη η απόφαση της μετονομασίας του χωριού μας από Μπρούμα σε Ηράκλεια. Ἐννενήντα οκτώ χρόνια που ένα όνομα σχεδόν πεντακοσίων ετών (γι' αυτό θα μιλήσουμε άλλη φορά!) πέρασε στην ιστορία, τουλάχιστον όσον αφορά την επίσημη χρήση, γιατί ανεπίσημα είναι ακόμη και σήμερα αυτό που κυριαρχεί.
Οι μετωνομασίες των χωριών της Ελλάδας αποτέλεσαν φρενίτιδα του ελληνικού κράτους κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Αυτό δεν είναι παράδοξο, αν αναλογιστούμε την προσπάθεια που καταβλήθηκε από τον πνευματικό κόσμο, με πρωτοστάτη τον Κ. Παπαρρηγόπουλο, για την αντίκρουση της θεωρίας του Φαλμεράυερ περί ασυνέχειας ανάμεσα στον αρχαίο και στον σύγχρονο ελληνισμό. 
Στην διάρκεια των ετών 1913-1922 μεταβλήθηκαν οι ονομασίες σχεδόν 200 χωριών και οικισμών της ελληνικής επικράτειας. Βασικός γνώμονας υπήρξε η απαλλαγή από τοπωνύμια με αρβανίτικη και τούρκικη προέλευση και η αντικατάστασή τους από ελληνικά, είτε πλαστά είτε βασιζόμενα σε υποθετικές ταυτίσεις με αρχαίες ελληνικές πόλεις.
Για τον σκοπό αυτό ιδρύθηκε με Βασιλικό διάταγμα στις 31 Μαρτίου 1909 η "'Επιτροπεία τῶν τοπωνυμίων τῆς Ἑλλάδος" με πρόεδρο τον Ν. Γ. Πολίτη και μέλη τους Σπ. Λάμπρο, Γ. Χατζιδάκι, Γρ. Βερναρδάκη, Χρ. Τσούντα, Π. Καββαδία, Κ. Παπαμιχαλόπουλο, Δ. Καμπούρογλου, Αρ. Βαμπά, Κλ. Στέφανο, Γ. Σωτηριάδη, Μ. Χρυσοχόο, Κ.Ν. Ράδο και Γ. Χωματιανό. Επειδή, όμως, οι Βαμπάς, Στέφανος, Λάμπρου εν τω μεταξύ απεβίωσαν και οι Καμπούρογλου και Βερναρδάκης παραιτήθηκαν, αντικαταστάθηκαν από τους Α. Αδαμαντίου, Σ. Μενάρδο, Σ. Κουγέα, Στ. Π. Κυριακίδη, Κ. Αμάντο και Ι. Βογιατζίδη. 
Είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς το επίπεδο της Επιτροπείας αυτής, αναφερόμενος μόνο και μόνο στα ονόματα των Πολίτη, του θεμελιωτή της ελληνικής λαογραφίας, Χατζιδάκι, θεμελιωτή αντιστοίχως της ελληνικής γλωσσολογίας, και Βερναρδάκη, κορυφαίου φιλολόγου. Άλλωστε, όλα τα μέλη υπηρετούσαν με τον ένα η τον άλλο τρόπο τον πολιτισμό και τα γράμματα, άλλος σαν φιλόλογος, άλλος σαν ιστορικός, άλλος σαν αρχαιολόγος κλπ.
Η Επιτροπή απέκτησε μεγαλύτερη δύναμη μετά και την εφαρμογή του Νόμου 641 της 11ης Φεβρουαρίου 1915, με τον οποίο καθίστατο πλέον υποχρεωτική η γνωμοδότηση της Επιτροπής σε κάθε αίτημα για μετωνομασία κοινότητας υποβαλλόμενο στο Υπουργείο Εσωτερικών. Οι γνωμοδοτήσεις της Επιτροπείας συγκεντρώθηκαν το 1920 σε έναν τόμο από τον Ν. Γ. Πολίτη (Γνωμοδοτήσεις περὶ μετωνομασίας συνοικισμῶν καὶ κοινοτήτων ἐκδιδόμεναι ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, Ἀθῆναι 1920), που όχι μόνο παρέχει μια εικόνα για την μέθοδο που η Επιτροπή ακολούθησε στο έργο της, αλλά και διασώζει πληροφορίες για την διαδικασία που ακολουθείτο από τις ενδιαφερόμενες κοινότητες.
Εξαιρετικά ενδιαφέροντα είναι τα στοιχεία που παρέχονται από την γνωμοδότηση που αφορά το Μπρούμα (ο.π. σ. 56-57). Μαθαίνουμε ότι το όνομα "Ηράκλεια" διεκδικείτο και από το διπλανό Πουρνάρι (η διαφωνία για την θέση της αρχαίας Ηράκλειας, που έφτασε ως σήμερα, πρέπει να έχει στην εποχή αυτή τις ρίζες της). Μάλιστα, αρχικά προκρίθηκε από τον Νομάρχη, στηριζόμενο στις υποδείξεις του εφόρου Αρχαιοτήτων Ολυμπίας, η απόδοση του ονόματος στο Πουρνάρι. Ο Πολίτης, ωστόσο, βασιζόμενος στις πληροφορίες του Στράβωνα και του Παυσανία, αλλά και στην κοινή πεποίθηση νεοτέρων μελετητών, υποστηρίζει την απόδοση του ονόματος της αρχαίας πόλης στο Μπρούμα. 
Φαίνεται ότι η άποψη της Επιτροπείας επικράτησε, αφού στο φύλλο 148 της 20ης Απριλίου 1915 (αλλά με ημερομηνία 16 Απριλίου) της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως δημοσιεύτηκε η απόφαση του υπουργού Εσωτερικών Ν. Τριανταφυλλάκου "περὶ μετονομασίας τῆς κοινότητος Μπρούμα εἰς κοινότητα Ἡρακλείας". Το κείμενό της έχει ως εξής:

Ἀριθ. 2930

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

Ἔχοντες ὑπ' ὄψιν α΄) τὸ ἄρθρον 8 τοῦ ,ΔΝΖ΄ Νόμου τῆς 10 Φεβρουαρίου 1912 "περὶ συστάσεως δήμων καὶ κοινοτήτων", ὡς ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη διὰ τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ 641 νόμου τῆς 11/14 Φεβρουαρίου 1915, β΄) τὴν ὑπ' ἀριθ. π(αρελθόντος) ἔ(τους) πρᾶξιν τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου Μπρούμα - Ὀλυμπίων, καὶ γ΄) τὰς ὑπ' ἀριθ. 13, 15 καὶ 16 π(αρελθόντος) ἔ(τους) γνωμοδοτήσεις τῆς ἐπιτροπείας τῶν τοπωνυμίων τῆς Ἑλλάδος, ἐγκρίνομεν ἵνα ἡ κοινότης Μπροῦμα μετονομασθῇ "κοινότης Ἡρακλείας".

Ἐν Ἀθήναις τῇ 16 Ἀπριλίου 1915.

Ὁ Ὑπουργὸς
Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ

Σχεδόν δύο μήνες αργότερα, στις 2 Ιουνίου 1915 (αλλά με ημερομηνία 29/5), η κοινοτική αρχή του χωριού, με πρόεδρο τον Διονύσιο Παπουτσή δημοσιεύει την απόφαση στις τοπική εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ (φύλλο 5391).


Με την αλλαγή αυτή δημιουργήθηκε ένα δεδομένο ως προς την συσχέτιση της αρχαίας Ηράκλειας με την σύγχρονη, άποψη που άλλωστε είχε εκφραστεί, περισσότερο από εκατό χρόνια νωρίτερα από την μετωνομασία, από τους Ευρωπαίους περιηγητές της περιόδου της Τουρκοκρατίας (π.χ. Aldenhoven), αλλά και τους πρώτους αρχαιολόγους που έφτασαν στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος (π. χ. Curtius και Bursian)

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Διοικητική υπαγωγή Μπρούμα (από την ίδρυση του κράτους ως σήμερα)

Η διοικητική διαίρεση του νέου ελληνικού κράτους υπήρξε πολυτάραχη, καθώς υπέκειτο συχνά στην γνωστή μάστιγα των Ελλήνων, το μέσο. Ενίοτε, ντόπιοι πολιτικοί, εξυπηρετώντας συμφέροντα του εαυτού τους ή τον ψηφοφόρων τους υποστήριζαν την μία ή την άλλη διοικητική διαίρεση. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της πρωτεύουσας του  Δήμου Ολυμπίων κατά τον 19ο και στις αρχές του 20ου αιώνα, η οποία άλλαζε κάθε λίγο (συνολικά γύρω στις 10 φορές), μεταφερόμενη από το Δούκα στο Κρεκούκι και πάλι πίσω!
Σε ό,τι αφορά το δικό μας χωριό, εντάχθηκε το 1833 από την Αντιβασιλεία του Όθωνα στον Δήμο Κυθηρίας (έδρα το Κρεκούκι), της Επαρχίας Ηλείας του Νομού Αχαΐας και Ήλιδος.
Τρία χρόνια μετά, το 1836, ο Όθωνας με νέο διάταγμα καταργεί την προηγούμενη διαίρεση του κράτους σε νομούς και εισάγει το σύστημα των Διοικήσεων, διατηρώντας όμως τους υπάρχοντες Δήμους. Έτσι το Μπρούμα, μαζί με τον Δήμο Κυθηρίας, υπάγεται πλέον στην Διοίκηση Ηλείας με έδρα τον Πύργο.
Το 1841 η πληθώρα των προφανώς μη λειτουργικών και πολυέξοδων Δήμων της χώρας μειώνεται. Οι 22 Δήμοι της Ηλείας συγχωνεύονται σε 8. Μεταξύ αυτών, από την ένωση των καταργηθέντων Δήμων Κλαδέας (Έδρα το Δούκα), Πίσσης (έδρα η Βύλιζα) και Κυθηρίας, σχηματίζεται ο νέος Δήμος Ολυμπίων με έδρα το Δούκα.
Το 1845 ο Όθωνας άλλαξε γνώμη για το σύστημα των Διοικήσεων, που είχε επιβάλλει το 1836, και αποφάσισε να το καταργήσει και να επαναφέρει τη διαίρεση σε Νομούς. Έτσι, την χρονιά αυτή βρίσκουμε το Μπρούμα να υπάγεται στον Δήμο Ολυμπίων της Επαρχίας Ηλείας του Νομού Αχαΐας και Ήλιδος.
Το 1899 ο μεγάλος Νομός Αχαΐας και Ήλιδος χωρίστηκε στα δύο, οπότε ο Δήμος Ολυμπίων ανήκε πλέον στην Επαρχία Ηλείας του Νομού Ηλείας. Αυτό κράτησε, ωστόσο, μόνο για 10 χρόνια, αφού το 1909 οι δύο Νομοί επανενώθηκαν.
Το δράμα των Δήμων και της σύστασής τους έληξε το 1912, όταν καταργήθηκαν όλοι οι Δήμοι του κράτους και εισήχθη το σύστημα των κοινοτήτων. Το Μπρούμα (και από το 1915 με το νέο όνομα Ηράκλεια) αποτέλεσε αυτόνομη κοινότητα της Επαρχίας Ηλείας του Νομού Αχαΐας και Ήλιδος.
Το σύστημα του 1912 διατηρήθηκε μέχρι και το 1997, με την εφαρμογή του σχεδίου "Καποδίστριας". Τότε, η Ηράκλεια έγινε ένα από τα δημοτικά διαμερίσματα του Δήμου Αρχαίας Ολυμπίας του Νομού Ηλείας.
Σήμερα, στο πλαίσιο του σχεδίου "Καλλικράτης", ανήκουμε σαν Τοπική Κοινότητα Ηράκλειας στην Δημοτική Ενότητα Αρχαίας Ολυμπίας, που μαζί με τις δημοτικές ενότητες Λαμπείας, Λασιώνος και Φολόης συνιστούν τον Δήμο Αρχαίας Ολυμπίας. Ο Δήμος Αρχαίας Ολυμπίας με την σειρά του υπάγεται στην Περιφερειακή ενότητα Ηλείας της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος.

Θα μου πείτε, δύσκολα πράγματα να τα συγκρατήσει κανείς. Η σημασία τους έγκειται, εντούτοις, στο γεγονός ότι αποτελούν έμμεσα τεκμήρια της σχέσης ενός μικρού τόπου με τα μεγάλα κέντρα της περιοχής του. Το χωριό μας ακολούθησε την πορεία του Δήμου Ολυμπίων (όσο υπήρχε σαν διοικητική μονάδα), σε όλους τους σταθμούς της. Δεν είναι προφανές ότι αυτό καθορίζει την εξέλιξή του;

* Στην εικόνα, η σφραγίδα του Δήμου Ολυμπίων, καθορισμένη με Διάταγμα του 1867.

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

Διοικητική υπαγωγή Μπρούμα (ως την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους)

Η σημασία της διοικητικής διαίρεσης ενός κράτους, πέρα της προφανούς χρησιμότητας της ως εργαλείου ελέγχου της επικράτειας, δημιουργεί ένα είδος συνεκτικού δεσμού ανάμεσα στα τμήματα μιας επαρχίας, που πολλές φορές παίρνει και την μορφή της κοινής μοίρας είτε στις θετικές είτε στις αρνητικές εξελίξεις.
Το χωριό μας συνδέθηκε σε όλη του την ιστορική διαδρομή όχι με την ορεινή Ηλεία ή την επαρχία Ολυμπίας (Τριφυλία), αλλά με την πεδιάδα της Ηλείας, δηλαδή με το δυτικό, παραθαλάσσιο τμήμα και ακολούθησε τα βήματα της περιοχής αυτής μέχρι την δημιουργία του νεότερου ελληνικού κράτους ως και σήμερα.
Με δεδομένο ότι η πρώτη γνωστή επίσημη εμφάνιση του χωριού ανάγεται στα 1700, στην απογραφή του Βενετού Προνοητή της Πελοποννήσου Francesco Grimani, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι η σύστασή του έλαβε χώρα την αμέσως προηγούμενη περίοδο, γνωστή ως πρώτη Τουρκοκρατία (1460-1687).
Την περίοδο αυτή ο Μοριάς είναι χωρισμένος σε 8 βιλαέτια (επαρχίες): 
1. της Κορώνης 
2. του Μυστρά
3. της Καρύταινας
4. της Μεθώνης
5. των Καλαβρύτων
6. των Παλαιών Πατρών
7. της Κορίνθου 
8. του Χλουμουτσίου (Hlumiç, δηλαδή της περιοχής γύρω από το κάστρο Χλεμούτσι).  Το βιλαέτι του Χλουμουτσίου χωριζόταν με την σειρά του σε 6 καζάδες (υποδιοικήσεις): του Χλουμουτσίου, του Άργους, της Τριπολιτσάς, της Θάνας, του Αγίου Πέτρου και του Αναπλιού (Ναυπλίου). Με δεδομένη την μεταγενέστερη διοικητική υπαγωγή, το Μπρούμα θα πρέπει να ανήκε στον Καζά του Χλουμουτσίου, μέχρι την κατάληψη της Πελοποννήσου από του Βενετούς το 1687.
Οι Βενετοί, ακολουθώντας σε γενικές γραμμές την προηγούμενη οθωμανική διοίκηση, χώρισαν την Πελοπόννησο σε 4 Provinciae (επαρχίες): 
1. Romania, 
2. Messenia 
3. Laconia 
4. Accaia
 καθεμιά από τις οποίες χωριζόταν σε 4 territorii (περιοχές). Την επαρχία Αχαΐας αποτελούσαν, δηλαδή, τα τερριτόρια των Καλαβρύτων, της Πάτρας, της Βοστίτσας και της Γαστούνης. Στο τελευταίο φαίνεται ότι υπαγόταν και το Μπρούμα, όπως υποδεικνύει η βενετική απογραφή του 1700.
Μετά την ανακατάληψη του Μοριά από του Τούρκους και μέχρι την σύσταση του αυτόνομου ελληνικού κράτους υπό τον Καποδίστρια, επιβλήθηκε από την οθωμανική διοίκηση ένα νέο διοικητικό καθεστώς. Ο Μοριάς, που αποτελούσε Πασαλίκι (ευρύτερη διοικητική επαρχία υπό την διοίκηση ενός Πασά) διαιρείτο σε 24 βιλαέτια: 
1. Πόλη της Τριπολιτσάς                             2. Περίχωρα της Τριπολιτσάς 
3. Καρύταινα                                              4. Φανάρι 
5. Λάλα                                                      6. Πύργος 
7. Γαστούνη                                                8. Πάτρα 
9. Καλάβρυτα                                             10. Βοστίτσα 
11. Κόρινθος                                              12. Ναύπλιο 
13. Άγιος Πέτρος                                        14. Άργος 
15. Πόλη του Μυστρά                                 16. Περίχωρα του Μυστρά 
17. Μονεμβασιά                                         18. Λεοντάρι 
19. Ανδρούσσα                                           20. Καλαμάτα 
21. Κορώνη                                                22. Μεθώνη 
23. Ναβαρίνο                                              24. Αρκαδιά
Μαζί με σχεδόν 180 ακόμα χωριά, το Μπρούμα ανήκε στο βιλαέτι της Γαστούνης.
Ο Καποδίστριας, τέλος, χώρισε το αυτόνομο (και όχι ακόμη ανεξάρτητο) ελληνικό κράτος σε επαρχίες, που δεν διέφεραν ιδιαίτερα από το προηγούμενο οθωμανικό σύστημα. Μια εικόνα για την εσωτερική διοίκηση της εποχής του Καποδίστρια δίνει η απογραφή της γαλλικής αποστολής υπό τον στρατηγό Μαιζόν το 1829. Μεταξύ των επαρχιών του κράτους ήταν η επαρχία Γαστούνης, διαιρεμένη σε 4 τομείς
1. Κάτω Ποταμού* (περιοχή της Ανδραβίδας και των περιχώρων)
2. Άνω Ποταμού (περιοχή της Γαστούνης και των περιχώρων)
3. Γούβες (από την Βαρβάσαινα έως το Λάλα)
4. Κάπελη (Κούμανι και περίχωρα)
Το Μπρούμα εμφανίζεται μεταξύ των χωριών του τομέα Γούβες, για τον οποίο δυστυχώς τα στοιχεία της απογραφής αυτής δίνονται κατά προσέγγιση.
Φαίνεται, λοιπόν, ότι το χωριό ήταν πάντοτε συνδεδεμένο με τα κέντρα λήψης αποφάσεως της περιοχής (μέχρι την εποχή του Καποδίστρια, δηλαδή, με την Γαστούνη, την έδρα της ισχυρής οικογένειας των Σισίνηδων), όπως συνέβη και με την μετά την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους πορείας του.
Σε επόμενη ανάρτηση θα παρουσιαστεί η πορεία της διοικητικής υπαγωγής του χωριού από την βασιλεία του Όθωνα και εξής.

* Οι περιοχές Άνω Ποταμού και Κάτω Ποταμού χωρίζονται προφανώς από το μεγάλο ποτάμι του κάμπου, τον Πηνειό.

(Η εικόνα που συνοδεύει το άρθρο προέρχεται από το ιστολόγιο androni.blogspot.com και αναπαριστά την διοικητική διαίρεση του Μοριά κατά την δεύτερη Τουρκοκρατία μαζί με στοιχεία από την περίοδο του Καποδίστρια)


Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

Μπρούμα και Παλιοχώρι.


Μάλλον πιστέψατε ότι τα παράτησα ε;
Αμ δε! Θα σας βασανίσω για καιρό ακόμα!
Αποφάσισα σήμερα να σας πω λίγα στοιχεία για ένα κομμάτι της ιστορίας του χωριού μας σε γενικές γραμμές άγνωστο. Αναφέρομαι στο Παλιοχώρι, όπως ίσως το ξέρετε μέσω του τοπωνυμίου που παραδόθηκε ως τις μέρες μας μέσω της προφορικής παράδοσης. Πρόκειται για το χωριό μας κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. λόγω της αρχαιολατρείας που έχει καταλάβει την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια κυρίως, συνήθως αδιαφορούμε για ο,τιδήποτε ακολουθεί τη δόξα του Χρυσού αιώνα. Σκεφτείτε απλά (και απορείστε) πως η γνώση και η αγάπη μας για την ιστορία μας σταματά στον Αριστοτέλη, δηλαδή στον 4ο αι. π.Χ. Δεν έχω συναντήσει πολλούς που να αισθάνονται περήφανοι για τον Μέγα Κωνσταντίνο, για τον Ιουστινιανό ή έστω για τον Κωνσταντίνο ΙΑ Παλαιολόγο. Αντιθέτως, τους θεωρούμε δείγματα μιας εποχής παρακμής και σκοταδισμού. Θυμηθείτε, όμως, αφενός πως μέσω αυτών παραλάβαμε εμείς την αρχαία μας κληρονομιά. Χάρη σε εκείνους τους σκοταδιστές καλόγηρους, που αφιέρωναν ώρες αντιγράφοντας το έργο των αρχαίων συγγραφέων. Αλλά ακόμα κι αν έχουμε πολλά λάθη να τους αποδώσουμε, ας αναλογιστούμε πρώτα με ποιόν τρόπο εμείς οι σύγχρονοι, "πολιτισμένοι" άνθρωποι αντιμετωπίσαμε το έργο ακόμα και συγχρόνων μας.
Αρκετά, όμως, με αυτά! Για άλλο θέμα ξεκινήσαμε!
Το χωριό μας,λοιπόν, όπως ίσως θα έχετε ακούσει από τους παππούδες σας, την εποχή της Τουρκοκρατίας, βρισκόταν πάνω στο βουνό, στην περιοχή που σήμερα αποκαλούμε "Παλιοχώρι". Πρόκειται για σχετικά οχυρή τοποθεσία, αφού από τις τρείς πλευρές περιβάλλεται από γκρεμό, ενώ η μόνη είσοδος, από την ανατολική πλευρά, φαίνεται ότι μπορεί να φυλαχτεί εύκολα. Αν δεν έχει καμία ιστορική βάση η παράδοση, σύμφωνα με την οποία οι Τούρκοι δεν έμπαιναν ποτέ στο χωριό για την είσπραξη των φόρων αλλά αντίθετα οι χωριανοί κατέβαιναν στην πεδιάδα για να τους παραλάβουν, ίσως προέκυψε από την οχυρή θέση του χωριού. Μάλιστα, υπάρχει και η εκδοχή, σύμφωνα με την οποία οι κάτοικοι του χωριού είναι εκείνοι που είχαν δημιουργήσει τον γκρεμό, σκάβοντας τις τρεις πλευρές και δημιουργώντας πεζούλες, "σκαλιά", από τις οποίες και το τοπωνύμιο "Σκαλί".
Θα αναρωτιέστε, ίσως, πώς γνωρίζουμε την ύπαρξη και τη θέση αυτού του χωριού. Εκτός, λοιπόν, από την προφορική παράδοση, η οποία, άσχετα από τις όποιες ανακρίβειες δημιουργεί, διασώζει πολύτιμες πληροφορίες, διαθέτουμε την βενετική απογραφή πληθυσμών του 1700, που διενεργήθηκε υπό την επίβλεψη του βενετού προνοητή Francesco Grimani. Σύμφωνα με αυτήν, το έτος εκείνο το χωριό Brumma αριθμούσε 53 άτομα, 25 άνδρες και 28 γυναίκες, κατανεμημένους σε ηλικιακές ομάδες. Είναι η πρώτη και ίσως μοναδική απόγραφή του πληθυσμού του χωριού, καθώς η επόμενη σωζόμενη (από το Γάλλο στρατηγό Maison to 1828) ίσως παραδίδει τον πληθυσμό του νέου χωριού, στη σημερινή του θέση.
Εκτός, όμως, από την συγκεριμένη απογραφή διαθέτουμε πλήθος από υπολείμματα κατοίκησης. Συχνά έρχονται στο φως οικοδομικά υλικά, θεμέλια οικειών και φυσικά ίχνη από τους τρεις ναούς του χωριού, τον Αϊ-Νικόλα, τον Αϊ-Γιάννη και τον Αϊ-Γιώργη. Μάλιστα, πάνω στον παλιό Αϊ-Νικόλα έχει χτιστεί νέος ναός από τους κατοίκους του Λαντζοϊου.
Από τους τρείς αυτούς ναούς σώζονται (για πόσο ακόμα δεν το ξέρω βέβαια) μερικές φορητές εικόνες, στην πλειοψηφία τους μεταβυζαντινής τέχνης. Πολλές από αυτές φαίνεται να έχουν δημιουργηθεί από τον ίδιο αγιογράφο, γεγονός που αποδεικνύει πως ανήκουν στον ίδιο ναό.
Δυστυχώς, το χωριό αυτό το περίμενε άσχημο τέλος. Η παράδοση λέει πως ο πληθυσμός του προσβλήθηκε από επιδημία ελονοσίας. Μάλιστα, ήταν τόσο σοβαρή η έκταση της ασθένειας, που απέμειναν μόνο τρεις οικογένειες. Αυτοί οι λίγοι άνθρωποι απέμειναν να συνεχίσουν την πορεία του χωριού. Αποφάσισαν, λοιπόν, να φύγουν από το χώρο εκείνο, που λόγω των πολλών πηγών προσείλκυε τα κουνούπια, την αιτία της αρρώστιας, και να μετεγκατασταθούν στη θέση που βρίσκεται σήμερα το χωριό μας.
Ο φόβος για την ελονοσία φαίνεται πως απέτρεπε τους ανθρώπους να ξαναγυρίσουν στο Παλιοχώρι, με αποτέλεσμα το αυτό να χαθεί σιγά-σιγά. Το πιθανότερο είναι πως τα οικοδομικά υλικά των περισσότερων σπιτιών (πιθανότατα και των ναών) επαναχρησιμοποιήθηκαν για το χτίσιμο του νέου χωριού, με αποτέλεσμα έλαχιστα ίχνη να απομείνουν.
Εντούτοις, σας προτείνω με την πρώτη ευκαιρία να κάνετε μια βόλτα στην περιοχή, να απολαύσετε τη θέα (που φτάνει ως τη θάλασσα) και πιθανώς να ανακαλύψετε και μόνοι σας στοιχεία για αυτή την άγνωστη πτυχή της τοπικής μας ιστορίας!


*Στη φωτογραφία άποψη της μιας πλαγιάς της Λάκκας, που σύμφωνα με την παράδοση εξασφάλιζε την οχυρότητα του χωριού.