Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ναοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ναοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 4 Μαρτίου 2018

Ηλειακή Πρωτοχρονιά 18

Με μεγάλη ίσως καθυστέρηση αναρτώ εδώ την φετινή συμβολή μου στον ετήσιο τόμο της Ηλειακής Πρωτοχρονιάς από τις εκδόσεις Βιβλιοπανόραμα. Το σύντομο αυτό κείμενο αποτελεί μια πρώτη προσπάθεια ταξινόμησης και μελέτης των σωζόμενων διακοσμημένων οροφών (ουρανιών) σε ναούς του 19ου αι. στην Ηλεία, με έμφαση στις ζώνες με απεικονίσεις προφητών. Η σημασία της μελέτης αυτής έγκειται  στο γεγονός ότι πρόκειται για θέμα σε γενικές γραμμές ανεπεξέργαστο, σε σημείο ώστε να μην είναι καν γνωστός ο ακριβήςς αριθμός των σχετικών μνημείων.  Όπως πάντοτε, στόχος της μελέτης μου είναι η πληρέστερη κατανόηση του δικού μας μνημείου, του ενοριακού ναού της Κοιμήσεως, τόσο στο πλαίσιο παρόμοιων μνημείων, όσο και στο πλαίσιο του έργου του Θεόκλητου Τσαλπατούρου, του αγιογράφου που κατεκόσμησε με την επιδέξια γραφίδα του μεγάλο μέρος του ναού. 
Είναι προφανές ότι στην παρούσα φάση η πραγμάτευση του θέματος εξαρτάται από την περιορισμένη γνώση των μνημείων εκ μέρους του γράφοντος (όσο και να το θέλω, δεν έχω επισκεφτεί όλους τους ναούς της Ηλείας προς το παρόν).Αυτό σημαίνει ότι οι όποιες υποδείξεις και άλλων δειγμάτων ουρανιών ή στοιχείων που πιθανώς μου έχουν διαφύγει, θα είναι χρήσιμες και ευπρόσδεκτες.
Δεν μπορώ δε να μην τονίσω και φέτος ότι αισθάνομαι μεγάλη τιμή για την φιλοξενία της εργασίας μου στον τόμο από τις εκδόσεις Βιβλιοπανόραμα. Το ενδιαφέρον και η ενθάρρυνση των εκδοτών ήταν και παραμένει μεγάλη ανταμοιβή για όλους του συμμετέχοντες. 

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015

Ελένη Σπυροπούλου, η "Καλόγρια".

Σπάνια, ειδικά σε μικρές κοινωνίες, υπάρχει ομοφωνία σχετικά με ένα πρόσωπο. Συνήθως οι απόψεις είναι μοιρασμένες και για τον ίδιο άνθρωπο άλλους θα ακούσεις να εκφράζονται θετικά, ενώ άλλους αρνητικά. 
Ένα από τα ελάχιστα άτομα που έζησαν στο χωριό μας και χαίρουν της εκτίμησης και του σεβασμού όλων είναι η Ελένη Σπυροπούλου, γνωστή περισσότερο σε όλους ως "Καλόγρια", λόγω της υπηρεσίας της ως νεωκόρισσας στην ενορία.
Η Ελένη Σπυροπούλου, κόρη του εκ Στρέφη Παναγιώτη Σπυροπούλου και της εξ Ηράκλειας Αγλαΐας Λεων. Παπουτσή, γεννήθηκε το 1916. Παντρεύτηκε τον επίσης εξ Ηράκλειας Διονύσιο Χαρ. Σπυρόπουλο (συμπτωματικά τα επώνυμά τους ήταν ίδια) και απέκτησε μαζί του δύο κόρες. Δυστυχώς, ο σύζυγός της πέθανε το 1946 σε ηλικία 30 ετών από "κοιλιακά" (γενικόλογη ονομασία της εποχής για προβλήματα του γαστρεντερικού συστήματος), αφήνοντάς την χήρα με κόρες μόλις 6 χρονών και 13 μηνών.
Από το σημείο αυτό ξεκινάει ο μεγάλος της αγώνας. Παλεύει καθημερινά να επιβιώσει μαζί με τα παιδιά της, μεταπωλώντας στον Πύργο προϊόντα δικά της ή αγορασμένα από το χωριό. Μαζί με τις υπόλοιπες γυναίκες δουλεύει σε όλα τα γύρω χωριά, κυρίως στην συγκομιδή σταφίδας.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 της προτάθηκε από τον επίτροπο της ενορίας, Παναγιώτη Καμπύλαυκο, να αναλάβει την θέση της νεωκόρισσας, καθώς η γερόντισσα πλέον Χρύσω Ιω. Τσατά δεν μπορούσε να συνεχίσει αυτό το έργο. Διστακτικά στην αρχή, δέχτηκε να εξυπηρετήσει τον ναό για τις ανάγκες του πανηγυριού της 23ης Αυγούστου που πλησίαζε, αλλά κατέληξε να αναλάβει την θέση για τα επόμενα σχεδόν 30 χρόνια. 
Η υπηρεσία της στην ενορία υπήρξε υποδειγματική. Άνθρωπος διακριτικός και χαμηλών τόνων, προσπαθούσε να περνά απαρατήρητη. Απέφευγε να κυκλοφορεί στον ναό ή να εισέρχεται στο Ιερό κατά την διάρκεια των ακολουθιών και δεν παρενέβαινε ποτέ στα καθήκοντα των επιτρόπων. Τις παρατηρήσεις των δύο ιερέων που υπηρέτησε, του π. Αγγελή Καρυανού και του π. Παναγιώτη Γεωργιοπούλου, τις άκουγε με στωικότητα και ποτέ δεν είχε παραπονεθεί. 
Είχε την συνήθεια να επισκέπτεται την παραμονή των Κυριακών και των μεγάλων εορτών και τις τρεις εκκλησιές του χωριού, για να ανάψει τα καντήλια. Κατά την εορτή του Ευαγγελισμού συνήθιζε να μένει όλην την ημέρα στον ναό της Ευαγγελίστριας, για να μπορούν να την επισκέπτονται οι πολλοί την εποχή εκείνη προσκυνητές από τα γύρω χωριά. Κάθε Σάββατο άναβε πάρα πολλά από τα καντήλια του Κοιμητηρίου, αφού πολλοί της το ζητούσαν, δίνοντάς της μια μικρή αμοιβή.
Τα τελευταία χρόνια της υπηρεσίας της ως νεωκόρισσας εργάστηκε αμισθί, "για την ψυχή της" όπως έλεγε. Παραιτήθηκε από την θέση της στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ενώ εκοιμήθη το 1996.
Αυτό που πάντοτε μου έκανε εντύπωση, αφού από μικρό παιδί ακούω ιστορίες για αυτήν την αξιοθαύμαστη γυναίκα, είναι ότι δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να πει κάτι κακό ή να την κατηγορήσει για κάτι. Αντιθέτως, η φράση που έρχεται στα χείλη όλων όταν τους ρωτήσεις, είναι ότι πρόκειται για άγιο άνθρωπο. Φαίνεται ότι η υπομονή με την οποία αντιμετώπιζε τις δυσκολίες της ζωής της, η συνέπεια και η διακριτικότητα με την οποία έφερνε σε πέρας τις υποχρεώσεις της ως νεοκόρισσας, αλλά κυρίως η ευγένεια και η καλοσύνη με την οποία φερόταν στους γύρω της βρήκαν αποδέκτες και αποτελούσαν για όλους του χωριανούς αδιάσειστα στοιχεία του καλού της χαρακτήρα και έναν σοβαρό λόγο για να της ανταποδίδουν την ευγένεια. Τέτοιους ανθρώπους χρειαζόμαστε και σήμερα, που η ευγένεια, η καλοσύνη και η συνέπεια έχουν καταλήξει να θεωρούνται παρωχημένες.







(Για τις πληροφορίες και τις φωτογραφίες ευχαριστώ την κ. Γιώτα Δημητροπούλου, κόρη της Ελένης Σπυροπούλου, που μου άνοιξε το σπίτι και την καρδιά της)

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015

Θεόκλητος Τσαλπατούρος, ο αγιογράφος του ναού της Κοιμήσεως

Για την αγιογράφηση του ενοριακού ναού της Κοίμησης της Θεοτόκου στηριζόμαστε προς το παρόν κυρίως στις δύο πολύτιμες επιγραφικές μαρτυρίες, που διασώζονται σε δύο από τις εικόνες του τέμπλου, δηλαδή στην εικόνα της Θεοτόκου και στην εικόνα της Κοίμησης. Σύμφωνα με τις επιγραφές αυτές τις δύο εικόνες έχει ιστορήσει ο αγιογράφος Θεόκλητος Τσαλπατούρος στον Πύργο κατά τα έτη 1876 και 1879 αντίστοιχα.
Η επιγραφή της εικόνας της Θεοτόκου έχει ως εξής: Δαπάνη Βασιλείου Δημητροπούλου / καὶ τῆς συζύγου αὐτοῦ Παναγιώτας. / Ἐν Πύργῳ τὴν 13 Αὐγούστου 1876 διὰ χειρὸς Θεοκλήτου Τσαλπατούρου.
Τρία χρόνια αργότερα ο ίδιος αγιογράφος ιστόρησε την εικόνα της Κοιμήσεως, η οποία φέρει ανάλογη επιγραφή: Ἐν Πύργῳ τὴν 13 Αὐγούστου 1879. / Διὰ χειρὸς Θεοκλήτου Τσαλπατούρου.

Η επιγραφή της εικόνας της Θεοτόκου.
Ι. Ν. Κοιμήσεως της Θεοτόκου Ηράκλειας.
Η επιγραφή της εικόνας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Ι. Ν. Κοιμήσεως της Θεοτόκου Ηράκλειας.
Πληροφορίες για το σωζόμενο σήμερα εντός των ορίων της Μητροπόλεως Ηλείας έργο του Θεοκλήτου Τσαλπατούρου διασώζει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ηλείας κ. κ. Γερμανός στην μελέτη του με τίτλο «Ἁγιογράφοι φορητῶν ἱερῶν εἰκόνων μονῶν καὶ ἐνοριῶν Ἱ. Μητροπόλεως Ἠλείας & Ὠλένης τοῦ ΙΘ΄ αἰῶνος» στα Πρακτικὰ Ἠλειακοῦ Πνευματικοῦ Συμποσίου 1993 (Πύργος-Γαστούνη 26-28 Νοεμβρίου 1993), σ. 75:


32. Θεόκλητος Μοναχὸς Τσαλπατοῦρος. Ἁγιογραφεῖ ἐν Πύργῳ.
α. Ὑπάρχουν δύο εἰκόνες του εἰς τὴν ἐνορίαν Στρουσίου ἔτους 1875, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ ἡ Θεοτόκος.
β. εἰς τὴν Ἱ. Μονὴν Εἰσοδιωτίσσης Ἁγ. Ἰωάννου Πύργου˙ ἡ Γοργοεπήκοος ἔτους 1876.
γ. Εἰς τὴν Ἱ. Μονὴν Ἁγ. Ἀθανασίου Ἀμπελοκάμπου (Καρακουζίου) ἔργον του εἶναι ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ἔτους 1876.
δ. Εἰς τὴν ἐνορίαν Ἡρακλείας εἰκὼν τῆς Θεοτόκου τοῦ 1876.
ε. Εἰς τὴν ἐνορίαν Κολλυρίου (Ναοῦ Κοιμητηρίου) ὑπάρχει ἔργον τοῦ ἡ εἰκὼν τοῦ Ἁγ. Διονυσίου Ζακύνθου ἔτους 1877.
στ. Εἰς τὴν ἐνορίαν Φλόκα ἡ εἰκόνα τῆς Ἁγ. Τριάδος ἔτους 1878.
ζ. Εἰς τὴν ἐνορίαν Ἁγ. Ἰωάννου Πύργου˙ Παναγία ἡ Βρεφοκρατούσα ἔτους 1878.
η. Εἰς τὴν ἐνορίαν Ἁγ. Σπυρίδωνος Πύργου˙ Οἱ Ἅγιοι Ἀνάργυροι Κοσμᾶς καὶ Δαμιανὸς 1876 (εἰκ. 7) ὁ Ἅγιος Δημήτριος 1891 (εἰκ. 8) καὶ ὁ Ἱερομάρτυς Χαράλαμπος 1891.
θ. Εἰς τὴν ἐνορίαν Ἁγ. Νικολάου Σωπίου˙ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ 22-12-1887, τῆς Θεοτόκου 22-12-1887 καὶ τοῦ Προδρόμου 22-12-1887.
ι. Ἐπίσης ὑπάρχουν δύο ἔργα του χωρὶς χρονολογία: εἰς τὴν Ἱ. Μονὴν Σκαφιδιᾶς ἡ εἰκὼν Ἁγίων Ἀνδρονίκου καὶ Ἰουνίας καὶ εἰς τὴν ἐνορίας Καυκανιᾶς, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς τοῦ τέμπλου.
ια. Τέλος σημειώνω ὅτι ὅλες οἱ εἰκόνες τοῦ τέμπλου εἰς τὸν Ἱ. Ν. Ἁγ. Γεωργίου Μιράκας εἶναι ἔργον Θεοκλήτου (χωρὶς ἐπίθετον καὶ τὸ χαρακτηριστικὸν τοῦ Μοναχοῦ) ἔτους 1887, ἁγιογραφημένες ἐν Πύργῳ.
Πιστεύω ὅτι πρόκειται διὰ τὸν αὐτὸν ἁγιογρἀφον, Θεόκλητον Μοναχὸν Τσαλπατοῦρον.
Οἱ εἰκόνες αὐτὲς εἶναι αἱ ἑξῆς:
Οἱ Δεσποτικὲς εἰκόνες τοῦ τέμπλου. Ἤτοι Ἰησοῦς Χριστὸς, Παναγία, Πρόδρομος καὶ Ἅγ. Γεώργιος. Ἡ τελευταία ἀναγράφει ἐκτὸς τοῦ ἔτους καὶ ἡμέρα καὶ μήνα ἁγιογραφήσεως˙ 22 Ἀπριλίου 1887. Οἱ 12 εἰκόνες τοῦ Δωδεκαόρτου. Εἰκόνα τῆς Ἁγ. Τριάδος. 12 εἰκόνες τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος.


Εικόνα των Αγίων Αναργύρων (1876)
του αγιογράφου Θεοκλήτου Τσαλπατούρου.
Ι. Ν. Αγίου Σπυρίδωνος Πύργου.
Εικόνα του Αγίου Δημητρίου (1891)
του αγιογράφου Θεοκλήτου Τσαλπατούρου.
Ι. Ν. Αγίου Σπυρίδωνος Πύργου.























Παρατηρούμε μόνον ότι όσον αφορά την ενορία του χωριού μας ο Μητροπολίτης αναφέρει μόνο την εικόνα της Θεοτόκου και όχι την εικόνα της Κοίμησης. Η παράλειψη αυτή μπορεί να οφείλεται είτε στην ανεπαρκή αποστολή πληροφοριών εκ μέρους του εφημερίου της ενορίας (η μελέτη βασίστηκε στην αποστολή στοιχείων εκ μέρους του εφημερίου κάθε ενορίας, τα οποία ο Μητροπολίτης ταξινόμησε και ερμήνευσε) είτε σε εκ παραδρομής σφάλμα του ίδιου.
Από την εργασία αυτή προκύπτει ότι ο εν λόγω αγιογράφος εργάστηκε σίγουρα μεταξύ των ετών 1875 και 1891 (πιθανώς και πριν και μετά από αυτό το διάστημα) στον Πύργο και τα 46 αναφερόμενα στην παραπάνω μελέτη έργα του βρίσκονται διασκορπισμένα σε μεγάλο τμήμα της Ηλείας, από το Στρούσι στα βόρεια μέχρι το Φλόκα στα νότια. Όπως σημειώνει, βέβαια, και ο ίδιος ο Μητροπολίτης Ηλείας στα συμπεράσματα της μελέτης του, είναι πολύ πιθανό να υπάρχουν και άλλα έργα του αγιογράφου αυτού, τα οποία είναι ανυπόγραφα και ως εκ τούτου αταύτιστα.
Η μελέτη του συμβολαιογραφικού αρχείου Γ.Α.Κ. Πύργου δεν έχει αποδώσει μέχρι στιγμής καρπούς ως προς την ανεύρεση του συμβολαίου παραγγελίας των εικόνων του τέμπλου. Τα τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά τους, όμως, και κυρίως τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα που απαντούν και στις 32 παραστάσεις του τέμπλου καθιστούν, κατά την γνώμη μου, βέβαιη την απόδοση στον Θεόκλητο Τσαλπατούρο, παρά την απουσία επιγραφών.
Κατά ευτυχή συγκυρία εντόπισα πρόσφατα ένα συμβόλαιο με την παραγγελία στον Θεόκλητο Τσαλπατούρο των 24 εικόνων των προφητών που είναι τοποθετημένες στην ένωση της οροφής με τους τοίχους. Το συμβόλαιο αυτό θα δημοσιευτεί με την πρώτη ευκαιρία.
Αν η υπόθεσή μου για την ιστόρηση από τον Θεόκλητο Τσαλπατούρο και των επιτοίχιων αγιογραφιών του ναού της Κοίμησης, που βασίζεται επίσης στην ύπαρξη ομοιοτήτων με τα έργα που του αποδίδονται με ασφάλεια, ο ναός αποτελεί ίσως το πιο ολοκληρωμένο δείγμα του έργου του αγιογράφου αυτού.


Η εικόνα της Θεοτόκου του τέμπλου.
Ι. Ν. Κοιμήσεως της Θεοτόκου Ηράκλειας.
Η εικόνα της Κοίμησης της Θεοτόκου.
Ι. Ν. Κοιμήσεως της Θεοτόκου Ηράκλειας.






















(Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες των εικόνων των Αγίων Αναργύρων και του Αγίου Δημητρίου του Ι. Ν. Αγίου Σπυρίδωνος Πύργου αναδημοσιεύονται εδώ από την σελίδα 88 της μελέτης του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ηλείας κ. κ. Γερμανού «Ἁγιογράφοι φορητῶν ἱερῶν εἰκόνων μονῶν καὶ ἐνοριῶν Ἱ. Μητροπόλεως Ἠλείας & Ὠλένης τοῦ ΙΘ΄ αἰῶνος» στα Πρακτικὰ Ἠλειακοῦ Πνευματικοῦ Συμποσίου 1993 (Πύργος-Γαστούνη 26-28 Νοεμβρίου 1993), σ. 88)

Το παρόν άρθρο αποτελεί μέρος του κύκλου αναρτήσεων με θέμα την ιστορία και την αρχαιολογική αξία του Ιερού Ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Βλ. πάνω δεξιά την στήλη με τίτλο "Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου".

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2014

Η επίσημη πράξη χαρακτηρισμού του ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ως μνημείου χρήζοντος ειδικής κρατικής προστασίας

Σύμφωνα με την νομοθεσία του Ελληνικού κράτους, όλα τα κινητά και ακίνητα έργα που έχουν κατασκευαστεί πριν το 1830 προστατεύονται αυτομάτως με κρατική μέριμνα. Τα μνημεία που δημιουργήθηκαν μετά το 1830 υποβάλλονται κατά περίπτωση στο ίδιο καθεστώς, όταν η αισθητική και ιστορική αξία τους το απαιτεί.
Η ένταξη ενός μνημείου σε καθεστώς κρατικής προστασίας έχει σκοπό την προστασία του με σκοπό να διατηρηθεί κατά το δυνατόν αναλλοίωτο για τις επόμενες γενιές. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται τόσο η διατήρηση της ιστορικής μνήμης όσο και η ενίσχυση του έργου της επιστήμης (Αρχαιολογία - Ιστορία της Τέχνης), η οποία στηρίζεται αποκλειστικά στην ύπαρξη απτών μαρτυριών για την διατύπωση συμπερασμάτων. Υπό την έννοια αυτή, ένα αρχαιολογικό μνημείο δεν ανήκει μόνο στην τοπική κοινωνία που το δημιούργησε και το κατέχει, αλλά στο έθνος και στην ανθρωπότητα ολόκληρη, ως δείγμα του ανθρώπινου πολιτισμού.
Ο ενοριακός ναός του χωριού μας, αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου, χτίστηκε το 1866 και διακοσμήθηκε ως τα τέλη του 19ου αιώνα με τυπικά για την εποχή του στοιχεία, όπως το ξυλόγλυπτο τέμπλο, η ξυλόγλυπτη ουρανία (ταβάνι), οι φορητές εικόνες και τοιχογραφίες ιδιαίτερης τεχνοτροπίας. Τα στοιχεία αυτά, που διατηρήθηκαν ως τις μέρες μας, καθιστούν τον ναό πολύτιμο δείγμα της εκκλησιαστικής τέχνης του 19ου αιώνα στην Ηλεία, αφού στην περιοχή είναι σπανιότατοι οι ναοί με πλήρως σωζόμενη την αρχική τους διακόσμηση, είτε επειδή εξ αρχής κατασκευάστηκαν χωρίς κάποια διακοσμητικά στοιχεία (π. χ. επιτοίχιες αγιογραφίες) είτε επειδή καταστράφηκαν στο διάστημα που μεσολάβησε.
Η ιδιαιτερότητα αυτή του ναού οδήγησε στον χαρακτηρισμό του εκ μέρους της Πολιτείας ως μνημείου χρήζοντος ειδικής κρατικής προστασίας με απόφαση που δημοσιεύτηκε επισήμως στο φύλλο Β575 της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως με ημερομηνία 14 Ιουλίου 1997. Με την υπουργική αυτή πράξη ουσιαστικά ο ναός υπόκειται στην δικαιοδοσία της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, η οποία έχει την ευθύνη και την επίβλεψη της προστασίας και συντήρησής του.
Το κείμενο έχει ως εξής:


Αριθ. ΥΠΠΟ/ΑρΧ/Β1/Φ31/ΚΗΡ/22338/566
Χαρακτηρισμός Ι. Ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου κοινότητας Ηράκλειας, επαρχ. Ηλείας, Ν. Ηλείας, ως μνημείου χρήζοντος ειδικής κρατικής προστασίας.


Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ


Έχοντας υπόψη:
1. Την Υ. Α. ΥΠΠΟ/ΓΝΟΣ/49095/30.10.1991 (ΦΕΚ 987/Β/28.11.91 και ΦΕΚ 17/Β/16.192) "Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων Υπουργού..."
2. Τις διατάξεις του Κ. Ν. 5351/32 "Περί Αρχαιοτήτων"
3. Τις Διατάξεις του Ν. 1469/50.
4. Την ομόφωνη γνωμοδότηση του Τοπικού Συμβουλίου Μνημείων Νοτιοδυτικής Ελλάδας, όπως αυτή διατυπώθηκε με την αριθ. 4/21.4.97 πράξη του, αποφασίζουμε:

Χαρακτηρίζουμε τον Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου, Κοινότητας Ηράκλειας, επαρχίας Ηλείας, Νομού Ηλείας, ως μνημείο που χρήζει ειδικής προστασίας.
Πρόκειται για μονόχωρη, ξυλόστεγη βασιλική, η οποία βάσει επιγραφής κτίστηκε το 1866. Ανατολικά απολήγει σε ημικυκλική αψίδα, που εξωτερικά κοσμείται με διπλή σειρά τυφλών αψιδωμάτων. 
Στο εσωτερικό του ναού, ο οποίος αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα της εκκλησιαστικής τέχνης του περασμένου αιώνα στην περιοχή, διατηρειται η ξυλόγλυπτη οροφή με την ουρανία, καθώς και ξυλόγλυπτο τέμπλο και εικόνες του ΙΘ΄ αιώνα.
Οι πλάγιοι τοίχοι είναι αγιογραφημένοι με ολόσωμες μορφές αγίων.
Η απόφαση αυτή, που δεν προκαλεί δαπάνη για το Δημόσιο, να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβρνήσεως.

Αθήνα, 4 Ιουλίου 1997

Με εντολή Υπουργού
Ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης
ΝΙΚΟΣ ΖΙΑΣ





Το παρόν άρθρο αποτελεί μέρος του κύκλου αναρτήσεων με θέμα την ιστορία και την αρχαιολογική αξία του Ιερού Ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Βλ. πάνω δεξιά την στήλη με τίτλο "Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου".

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

Συμφωνητικό κατασκευής του ξυλόγλυπτου τέμπλου του ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Έγγραφο υπ' αριθμόν 3931 της Σειράς 3 (1866-1884) του Αρχείου Συμβολαιογραφούντων Ειρηνοδικών Ολυμπίων, συνταγμένο από τον συμβολαιογραφούντα Ειρηνοδίκη Περικλή Ζώρα την 11η Φεβρουαρίου 1875 (Γ.Α.Κ. Νομού Ηλείας, Πύργος)


ἀριθ. 3931

Σήμερον, μηνὸς Φεβρουαρίου ἑνδεκάτῃ, ἡμέραν Τρίτην, ἐν ἔτει χιλιοστῷ ὀκτακοσιοστῷ εβδομηκοστῷ πέμπτῳ 1875, ἐν Κρεκουκίῳ καὶ ἐν τῇ ἐνταῦθα κειμένῃ οἰκίᾳ τοῦ Ιωάννου Ζαφειροπούλου, εν ᾖ κατοικῶ, ἐνεφανίσθησαν αὐτοπροσώπως ἐνώπιον ἐμοῦ τοῦ συμβολαιογραφοῦντος εἰρηνοδίκου Ὀλυμπίων Περικλέους Ζώρα, κατοίκου Καλαμῶν καὶ ἐδρεύοντος ἐνταῦθα, {οἱ} ἀφ’ ἑνὸς μὲν οἱ Δημήτριος Ἱερεὺς Γκουράσας ἐφημέριος, Ἀναγνώστης Παππαδόπουλος, Βλάχος Καμπίλαυκος, Ἰωάννης Ῥιζᾶς, Διονύσιος Τούμπας, Εὐστάθιος Γεωργιόπουλος, Ἰωάννης Γεωργιόπουλος, Ἀναστάσιος Καμπίλαυκος, Δημήτριος Μπούλιαρης, Σπύρος Διαμαντόπουλος, Βασίλειος Δημητρόπουλος, Ἰωάννης Διακόσιας και Ἰωάννης Κατζαριώτης, Χρῆστος Μπούλιαρης καὶ Ἠλίας Κατζαριώτης, γεωργοκτηματίαι κάτοικοι ἅπαντες τοῦ χωρίου Μπροῦμα, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὁ Ἀπόστολος Δ. Μαραγκός, τέκτων κάτοικος Ποριτζιοῦ τοῦ Δήμου Λαμπείας, Βασίλειος Θεοδωρακόπουλος, γεωργοκτηματίας, καὶ Νικόλαος Ἰερεὺς Γκότζης, ἐφημέριος κάτοικος Καράτουλα, γνωστοί μοι ἅπαντες καὶ ἄσχετοι πάσης συγγενείας μετ’ ἐμοῦ, οἵτινες ἐπὶ τῇ παρουσίᾳ τῶν μαρτύρων κυρίων Γεωργίου Ζώρα, κτηματίου κατοίκου Κούμανι, καὶ Θεοδώρου Δημητροπούλου, κτηματίου κατοίκου Πλατάνου, ἐνηλίκων πολιτῶν Ἑλλήνων γνωστῶν μοι καὶ μὴ ὑποκειμένων // εἰς οὐδεμίαν ἐξαίρεσιν, μοὶ ἐξέθεσαν ὅτι ὁ Ἀποστόλης Δ. Μαραγκὸς ἀπεδέχθη νὰ κατασκευάσῃ τὸ δαβάνι τοῦ ἐν τῷ χωρίῳ Μπροῦμα Ἰεροῦ ναοῦ Ἡ Κοίμησις τῆς Παναγίας, να σουβαντίσῃ καλῶς καὶ σύμφωνα με τὴν ἐκκλησίαν τοῦ ἐν τῷ χωρίῳ Καράτουλα τοὺς τοίχους, ἀπὸ τὸ ἔσωθεν μόνον μέρος διὰ μαρμαροκονίας, τὸν δὲ ἀρκτικὸν μόνον μὲ ἀμμοκονίαν, να κατασκευάσῃ δὲ καὶ τέμπλεον τῆς τοῦ αὐτοῦ Ναοῦ διὰ ξύλου καρείας καὶ σύμφωνα με το σχέδιον τοῦ τεμπλέου τοῦ Ναοῦ τοῦ ἐν Καράτουλα, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἡ ἐργασία τοῦ τεμπλέου καὶ τοῦ δαβανίου θὰ ἔχει ἐργασίαν διπλασίαν, ἤτοι σκαλίσματα περισσότερα ἀπὸ ἐκείνα τὰ ὁποία ἔχουσιν τὸ δαβάνιον και τέμπλεον τοῦ ἐν Καράτουλᾳ Ναοῦ˙ ὅτι τὴν ἐργασίαν ταύτην ὑπόσχεται να περαιώσῃ ὁ ῥηθεὶς Ἀπόστολος Δ. Μαραγκὸς ἐντὸς ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους, ἀρχομένου ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰουλίου ἐνεστώτος ἔτους, ἐκτὸς καὶ ἀναγκασθῇ νὰ διακόψῃ τὴν ἐργασίαν ἀπὸ ἀσθένειαν ἢ σωματικὴν βλάβην˙ ὅτι τὸ ὑλικὸν διὰ τὰς ἐργασίας ταύτας, ἤτοι ξυλείαν, καρφία, ἄσβεστον, μάρμαρον καὶ ἐν γένει ὅλα τὰ αναγκαιοῦντα θὰ τὰ προμηθευθῇ ὁ ῥηθεὶς Ἀποστόλης Δ. Μαραγκὸς ἐξ ἰδίων του ἐξόδων, ἐκτὸς τῶν ἐξόδων τῆς μεταφορᾶς ἀπὸ Πύργον μέχρι Μπροῦμα καὶ ἀπὸ τὸ χωρίον Λάλα μέχρι ἐπίσης // Μπροῦμα, τὰ ὁποία θὰ εἶναι εἰς βάρος τῶν ἑτέρων συμβαλλομένων, καθῶς καὶ ἡ ξυλεία διὰ τὰς σκαλωσιάς˙ ὅτι οἱ λοιποὶ συμβαλλόμενοι, ἤτοι οἱ Δημήτριος Ἱερεὺς Γκουράσας, Βλάχος Καμπίλαυκος, Ἀναγνώστης Παππαδόπουλος, Ἰωάννης Ῥιζᾶς, Διονύσιος Τούμπας, Εὐστάθιος Γεωργιόπουλος, Ἰωάννης Γεωργιόπουλος, Ἀναστάσιος Καμπίλαυκος, Δημήτριος Μπούλιαρης, Σπυρίδων Διαμαντόπουλος, Βασίλειος Δημητρόπουλος, Ἰωάννης Διακόσιας, Ἰωάννης Κατζαριώτης, Χρῆστος Μπούλιαρης καὶ Ἠλίας Κατζαριώτης, ὑπόσχονται ἀλληλεγγύως καὶ ἀδιαιρέτως νὰ πληρώσωσιν εἰς τὸν ῥηθέντα Ἀποστόλην Μαραγκὸν διὰ τὰς ἐργασίας ταύτας δραχμὰς τέσσαρας χιλιάδας πεντακοσίας, ἀριθ(μὸς) /4500/, ἐκ τῶν ὁποίων ἔλαβε σήμερον ὁ ῥηθεὶς Ἀποστόλης Μαραγκὸς, ὡς ὡμολόγησεν, δραχμὰς χιλίας, ἀριθμὸς /1000/, τὰς δὲ ὑπολοίπους /3500/ θὰ τὰς πληρώσωσι εἰς τρεὶς δώσεις ὡς ἐξῆς, ἤτοι τὰς μὲν /1000/ ἐντὸς τοῦ Ὀκτωβρίου ἐνεστῶτος ἔτους, τὰς δὲ χιλίας πεντακοσίας μετὰ τὸ πέρας τῶν ὅλων ἐργασιῶν, ἀφοῦ προηγουμένως παρατηρηθῇ τὸ ἔργον παρὰ εἰδήμονος ἢ μηχανικοῦ καὶ βεβαιωθῇ ὅτι ἐγένετο σύμφωνα μὲ τὰς ἀνωτέρω συμφωνίας, καὶ τὰς ἑτέρας χιλίας μετὰ ἑνὸς ἔτους μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου ἀτόκως καὶ ἐν ὑπερημερίᾳ ἐντόκως μέχρις ἀποπληρώσεως. Ὑπόσχονται δὲ οἱ αὐτοὶ να παρέχωσιν εἰς τὸν ῥηθέντα Μαραγκὸν τὴν ἀναγκαίαν τροφήν, εἰς αυτόν τε καὶ εἰς ὅσους ἄλλους ἔχει ἐργαζομένους εἰς τὴν περὶ ἧς πρόκειται ἐργασίαν δι’ ὅσον χρόνον ἠργάζοντο˙ ὅτι ἐὰν τυχὸν δὲν ἤθελον χορηγήσει εἰς αὐτὸν ἢ εἰς τοὺς ἐργάτας του, κατὰ τὴν ἐπιτόπου + … +, θέλουσιν πληρώνῃ πρὸς αὐτὸν // δραχμὰς διακοσίας, ἀριθμὸς /200/ δι’ ἕκαστον μῆνα καθ’ ὅσον ἠργάζετο. Οἱ δὲ Βασίλειος Θεοδωρακόπουλος καὶ Νικόλαος Ἱερεὺς Γκότζης ἐγγυώνται ὑπὲρ τοῦ Ἀποστόλη Δ. Μαραγκοῦ πρὸς τοὺς ῥηθέντας κατοίκους Μπροῦμα καὶ ὑπόσχονται να πληρώσωσιν ἀλληλεγγύην μετὰ τοῦ ῥηθέντος Μαραγκοῦ πρὸς τοὺς ῥηθέντας κατοίκους τοῦ χωρίου Μπροῦμα ὅσα χρήματα θὰ λάβῃ μέχρι τοῦ πέρατος τῆς ἐργασίας ὁ ῥηθεὶς Μαραγκὸς, ἐν περιπτώσει καθ’ ἧν ἤθελεν ἀποδειχθῇ ὅτι αἱ έργασίαι δὲν ἐγένοντο σύμφωνα με τὰ ἄνω συμφωνηθέντα. Εἰς ταῦτα πάντα ἔμειναν σύμφωνοι, ὅθεν ἐγένετο τὸ παρὸν, ὅπερ ἀναγνωσθὲν εὐκρινῶς καὶ μεγαλοφώνως εἰς ἐπήκοον πάντων, ὑπογράφεται νομίμως παρ’ ἐμοῦ, τῶν μαρτύρων καὶ τοῦ Δημητρίου Ἱερέως Γκουράσα, Βλάχου Καμπιλαύκου, Ἀναγνώστου Παππαδοπούλου, Ἰωάννου Διακόσια, Βασιλείου Δημητροπούλου, Ἀποστόλου Δ. Μαραγκοῦ καὶ τῶν ἐγγυητῶν αὐτοῦ, Νικολάου Ἱερέως Γκότζη καὶ Βασιλείου Θεοδωρακοπούλου, ἀγραμμάτων τῶν ἄλλων συμβαλλομένων ὄντων, κατὰ τὴν ὁμολογίαν των.

Ἀναγν. Παππαδόπουλος                              Δ. Ἱερεὺς Γκουράσας Βλάχος Καμπίλαυκος
Ἰω. Διακόσιας                                             Β. Δημητρόπουλος   Νικόλαος Ἱερεύς Γκότζης
Β. Θεοδωρακόπουλος                                    Απ. Μαραγκὸς                                    Γεώργιος Ζώρας
Θεόδ. Δημητρόπουλος

                                                        Ὁ συμβολαιογραφῶν  εἰρηνοδίκης
                                                                            Περ. Ζώρας

(Στο ίδιο έγγραφο, στο περιθώριο μεταξύ της πρώτης και της τελευταίας σελίδας καταγράφεται και η εξόφληση του συμβολαίου κατασκευής του τέμπλου υπ' αριθμόν εγγράφου 7471 και ημερομηνία 29 Οκτωβρίου 1879)
ἀριθ. 7471

Ἐν Κρεκουκίῳ, σήμερον τὴν εἰκοστὴν ἐννάτην (29) τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου τοῦ 1879 ἐννάτου ἔτους, ἡμέραν Δευτέραν, ἐνώπιον ἐμοῦ τοῦ Γραμματέως τοῦ εἰρηνοδικείου Ὀλυμπίων Ἐπαμ. Ἰ. Σταματοπούλου, κατοίκου ἐνταῦθα καὶ ἀναπληροῦντος τὸν ἀσθενοῦντα εἰρηνοδίκην Ἀνδ. Ἰ. Μαριολόπουλον, ἐν τῷ εἰρηνοδικειακῷ καταστήματι κειμένῳ ἐντὸς τῆς κατὰ τὴν ἀγορὰν οἰκίας τοῦ Ἰωάν. Δημήτρουλα, ἕνθα εκπληρῶ τα καθήκοντά μου παρουσίᾳ καὶ τῶν κατ’ οὐδεμίαν ἐξαίρεσιν δύο μαρτύρων, πολιτῶν Ἑλλήνων, ἐνηλίκων, γνωστῶν μοι Γιαννάκου Χατζοπούλου, κτηματίου, καὶ Ἀναστασίου Βαρουξῆ, δικαστικοῦ κλητῆρος, κατοίκων Δούκα, ενεφανίσθη ο γνωστός ἐμοί καὶ τοῖς μάρτυσιν Ἀπόστολος Δ. Μαραγκόπουλος, τέκτων κάτοικος Πορετζοῦ τοῦ Δήμου Λαμπείας, καὶ ἐξέθεσεν ὅτι ἔλαβε πᾶν ὅ, τι ἐδικαιοῦταν νὰ λάβῃ δυνάμει τοῦ παρόντος συμβολαίου παρὰ τῶν ἄνω συμβαλλομένων προηγουμένως καὶ θεωρεῖται τὸ παρὸν ἐξωφλημένον. Διὸ συνετάγη τὸ παρὸν, ὅπερ ἀναγνωσθὲν νομίμως ὑπογράφεται παρ’ ὅλων.

                                      Οἱ μάρτυρες Ὁ εξοφλῶν
                                    Γη. Χατζούλης               Ἀπόστολος Δ. Μαραγκὸς
                                      Ἀ. Βαρουζῆς

                                                                       Ὁ Γραμματεὺς
                                                       Ἐ(παμεινώνδας) Ἰ. Σ(ταματόπουλος)

(Το κείμενο του συμφωνητικού κατασκευής του τέμπλου δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο άρθρο μου "Η ενορία Μπρούμα-Ηράκλειας κατά τον 19ο και 20ο αιώνα", Ηλειακή Πρωτοχρονιά 14. Αμαλιάδα, Εκδόσεις Βιβλιοπανόραμα 2013, σσ. 369-383).

Το παρόν άρθρο αποτελεί μέρος του κύκλου αναρτήσεων με θέμα την ιστορία και την αρχαιολογική αξία του Ιερού Ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Βλ. πάνω δεξιά την στήλη με τίτλο "Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου".

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2014

Συμφωνητικό ανέγερσης του ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Έγγραφο υπ' αριθμόν 32 της Σειράς 3 (1866-1884) του Αρχείου Συμβολαιογραφούντων Ειρηνοδικών Ολυμπίων, συνταγμένο από τον συμβολαιογραφούντα ειρηνοδίκη Κωνσταντίνο Μπράβο την 12η Φεβρουαρίου 1866. (Γ.Α.Κ. Νομού Ηλείας, Πύργος)


Ἀριθ. 32

Ἐν Κρεκουκίῳ, σήμερον τὴν δωδεκάτην τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου τοῦ χιλιοστοῦ ὀκτακοσιοστοῦ ἑξηκοστοῦ ἕκτου ἔτους, ἡμέραν Σάββατον, ἐνώπιον ἐμοῦ τοῦ Συμβολαιογραφοῦντος Εἰρηνοδίκου Ὀλυμπίων Κωνσταντίνου Μπράβου, κατοικοῦντος καὶ ἐδρεύοντος ἐνταῦθα, καὶ ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ ἐνταῦθα Ἱεροῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, κειμένῃ κατὰ τὴν ὁμώνυμον ἐνορίαν, ἕνθα ὑπάρχει τὸ εἰρηνοδικειακὸν κατάστημα καὶ ἐνεργῶ τὰς συμβολαιογραφικὰς ὑπηρεσίας μου, ἐπὶ παρουσίᾳ καὶ τῶν μαρτύρων κυρίων Γιαννάκου Φωτοπούλου, κτηματίου, καὶ Παναγιώτου Μυλωνοπούλου, γεωργοῦ, κατοίκων ἀμφοτέρων Κρεκουκίου, πολιτῶν Ἑλλήνων, γνωστῶν μοι καὶ ἀσχέτων ἀλλήλοις τε καὶ ἐμοὶ καὶ μὴ ἐξαιρετέων, παρουσιασθέντες ἀφ’ ἑνὸς μὲν οἱ Φώτης Θ. Μπίκουλης , Κυριάκος \ διεγράφη μία λέξις καὶ τίθεται ἀντ’ αὐτῆς ἡ λέξις «Ἠλίας» / Κ. Κόσκορης , Μιχαὴλ Ἀθανασόπουλος  καὶ Δημήτριος Μπέτσας , κτίσται πάντες καὶ κάτοικοι τοῦ χωρίου Λαγγάδια τοῦ Δήμου Τεφθίδος τῆς ἐπαρχίας Γόρτυνος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ οἱ Ἀναστάσιος Καμπίλαυκος, γεωργός, Ἰωάννης Κατσαριώτης, γεωργός, Ἀναγνώστης Γκουράσας, γεωργός, Ἰωάννης Ῥιζόπουλος, γεωργός, καὶ Ἀναγνώστης Παπαδόπουλος , γεωργός, κάτοικοι πάντες τοῦ χωρίου Μπροῦμα τοῦ Δήμου Ὀλυμπίων τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας, γνωστοί μοι πάντες καὶ ἄσχετοι πάσης ἐμοὶ καὶ τοῖς μάρτυσι συγγενείας καὶ ἐξαιρέσεως, // συνωμολόγησαν τὰ ἐξῆς. Οἱ μὲν διαληφθέντες τέσσαρες πρώτοι κτίσται ὅτι ἀποδέχονται νὰ κατασκευάσωσι ἐντὸς τοῦ χωρίου Μπροῦμα τὴν οἰκοδομὴν μιᾶς ἐκκλησίας εἰς τὴν ὑπὸ τῶν τελευταίων ἐπιδειχθεῖσαν καὶ γνωστὴν αὐτοῖς θέσιν, ὑπὸ τὰς ἐφεξῆς συμφωνίας: Ὅτι ἡ προκειμένη ἐκκλησία θέλει οἰκοδομηθεῖ ὑπὸ τούτων μὲ τὸ αὐτὸν σχέδιον καὶ ὁμοία μὲ τὴν εἰς τὸ χωρίον \ Κάτω / Βαρβάσαινα ὑπάρχουσα ἐκκλησίαν, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι αἱ δύο θύραι θὰ κατασκευασθῶσι μὲ τρία κοψίματα, τὰ παράθυρα θὰ κατασκευασθῶσι μὲ αὐτιὰ (?), ἡ ἀχιβάδα μὲ φάτσαν ἀπὸ τῆς ἐπιφανείας καὶ ἡ γριπίδα ὡς ἡ τῆς Μπαρμπάσαινας. Ὅτι ὅλον τὸ ἄλλον ὑλικὸν θέλουσι καταβάλλει οὗτοι (οἱ κτίσται), τὴν δὲ ἄσβεστον, τὰ μαστορικὰ σίδερα καὶ τὰ σίδερα, ὅσα χρειασθῶσιν εἰς τὴν οἰκοδομήν, θὰ τὰ καταβάλωσιν οἱ τελευταῖοι. Τὴν ἄμμον θέλουσι φέρει οἱ κτίσται ἀπὸ τὴν θέσιν Ἀγριλιά. Ὅτι τὰ πορία τῆς γριπίδος  θέλουσι φέρει τὰ συμβαλλόμενα μέρη ἀπὸ κοινοῦ. Ὅτι ἂν οἱ τελευταῖοι καθυστερήσωσιν ἐπὶ μίαν ἢ περισσοτέρας ἡμέρας ὑλικὸν ἐξ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπόχρεοι νὰ χορηγῶσιν αὐτοῖς, οἷον ἄσβεστον καὶ λοιπά, οἱ πρώτοι, ἤτοι οἱ κτίσται, θέλουσιν ἔχει δικαίωμα ἀποζημιώσεως τῆς ἡμεραργίας αὐτῶν. Οἱ εἰρημένοι κτίσται Φώτης Θ. Μπίκουλης, Κυριάκος \ διεγράφη μία λέξις καὶ ἀντικαθίσταται διὰ τῆς «Ἠλίας» / Κ. Κόσκορης, Μιχαὴλ Ἀθανασόπουλος καὶ Δημήτριος Μπέτσας, οἱ ἀποδεχόμενοι, ὡς ἀνωτέρω ἐῤῥέθη, τὴν οἰκοδομὴν τῆς ἐκκλησίας ὑπὸ τὰς ἀνωτέρω ἐκτεθεῖσας συμφωνίας, ἀποδέχονται καὶ εἶναι ἀλληλεγγύως // καὶ ἄνευ διαιρέσεως καὶ διζήσεως ὑπόχρεοι ν’ ἀνεγείρωσι ἐκ νέου τὴν προκειμένην ἐκκλησίαν, ἐὰν ἐντὸς τριῶν ἐτῶν ἀπὸ τῆς παραδόσεως αὐτῆς καταπέσῃ, ἕνεκεν κακῆς ἐργασίας αὐτῶν, ἐκτὸς μόνον ἐὰν ἡ κατάπτωσις συμβῇ ἀπὸ ἀνωτέραν ἀκαταμάχητον δύναμιν, οἷον σεισμὸν καὶ τὰ παρόμοια, καὶ τοῦτο ἐὰν ὁ σεισμός κατακρημνήσῃ καὶ ἄλλας πολλὰς οἰκοδομὰς τοῦ αὐτοῦ χωρίου Μπροῦμα, εἰς τρόπον ὥστε ἐκ τῆς καταπτώσεως τῆς προκειμένης οἰκοδομῆς νὰ μὴ προκύπτῃ ὅτι τὸ περιστατικὸν τοῦτο προῆλθεν ἕνεκα τῆς κακῆς καὶ παρὰ τοὺς κανόνας τῆς τέχνης ἐργασίας αὐτῶν. Ὅτι ἡ προκειμένη οἰκοδομὴ θέλει γίνει ὑπὸ τῶν κτιστῶν τούτων κατ’ ἀποκοπὴν πρὸς δραχμὰς δύο καὶ λεπτὰ εἴκοσιν / ἀριθμὸς 2,20 / ἕκαστον τεκτονικὸν πῆχυν, τὰς ὁποίας θέλουσι καταβάλει αὐτοῖς οἱ τελευταῖοι, ἤτοι Ἀναστάσιος Καμπίλαυκος, Ἰωάννης Κατσαριώτης, Ἀναγνώστης Γκουράσας, Ἰωάννης Ῥιζόπουλος καὶ Ἀναγνώστης Παπαδόπουλος ἀλληλεγγύως καὶ ἄνευ διαιρέσεως ὡς ἐξῆς: εὐθὺς ἤδη μὲ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐργασίας θέλουσι καταβάλει αὐτοῖς δραχμὰς πεντακοσίας / ἀριθμὸς 500 /, κατὰ δὲ τὸ μέσον τῆς ἐργασίας δραχμὰς ἑπτακοσίας. Ὅταν δὲ ἀποπερατωθεῖ ἐντελῶς ἡ οἰκοδομὴ, θέλουσι λογαριασθεῖ καὶ πληρώσει πρὸς αὐτοὺς τὸ ὅλον τῆς ἀξίας τῆς ἐργασίας των, ἐκτιμηθείσης ἤδη ἐκ συμφώνου ὑπ’ αὐτῶν καὶ ἐμοῦ διὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου εἰς δραχμὰς δύο χιλιάδας. Ὅτι οἱ κτίσται θέλουσι παραδεχθεῖ οἱονδήποτε θέλουσιν οἱ τελευταῖοι τέκτονα διὰ νὰ σχεδιάσῃ τὰ παράθυρα. Ὅτι οἱ κτίσται ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ κατεδαφίσωσι τὴν ἐκεῖσε ὑπάρχουσαν παλαιὰν ἐκκλησίαν μέχρι τῆς θύρας καὶ νὰ λάβωσι τοὺς λίθους αὐτῆς διὰ τὴν προκειμένην // οἰκοδομήν. Ὅτι τοὺς λίθους τοὺς διὰ τὰ ἀγκωνάρια θέλουσιν ἐκλέξει οἱ τελευταίοι \ ἐκ τῶν πέριξ μερῶν τοῦ χωρίου Μπροῦμα πορίων / καὶ οἱ κτίσται εἶναι ὑπόχρεοι νὰ μεταχειρισθῶσιν εἰς τὴν οἰκοδομὴν αὐτῶν αὐτοὺς τοὺς λίθους. Ὅτι οἱ κτίσται εἶναι ὑπόχρεοι νὰ παραδεχθῶσι κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐργασίας καὶ κατὰ τὸ πέρας καὶ τὴν παράδοσιν αὐτῆς οἱονδήποτε μηχανικὸν ἤθελον φέρει οἱ τελευταῖοι συμβαλλόμενοι πρὸς ἐπιθεώρησιν καὶ ἐξέλεγξιν τῆς ἐργασίας των καὶ νὰ συμμορφοῦνται ἑκάστοτε μὲ τὴν ὡς πρὸς τὴν ἐργασίαν γνωμοδότησιν τοῦ μηχανικοῦ καὶ διορθώνουν πᾶσαν ὑπ’ αὐτοῦ ἀνευρισκομένην ἔλλειψιν. Ἐὰν δὲ εἰς τὴν τελευταίαν καὶ κατὰ τὴν παράδοσιν τῆς ἐργασίας ἐπιθεώρησιν τοῦ μηχανικοῦ ἀποφανθεῖ ὁ μηχανικός ὅτι ἡ προκειμένη οἰκοδομὴ δὲν εἶναι ἐντελῶς ὁμοία μὲ τὴν τῆς Κάτω Μπαρμπάσαινας καὶ κατὰ τοὺς ἀνωτέρω ὅρους, θέλουσι πληρωθεῖ μόνον κατὰ τὸ ἥμισυ οἱ κτίσται, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ θέλει κρατηθεῖ ὡς ποινὴ ὑπὸ τῶν τελευταίων. Τὴν τελευταίαν ὄμως αὐτὴν ἀπόφασιν τοῦ μηχανικοῦ δύνανται τὰ μέρη ν’ ἀναθεωρήσωσι, διορίζοντα ἀνὰ δύο πρόσωπα τῆς ἐκλογῆς ἑκατέρου τῶν συμβαλλομένων μερῶν, καὶ ἐὰν καὶ ὑπὸ τούτων κατὰ πλειονοψηφίαν γείνῃ γνωμοδότησις ὁμοία τῇ τοῦ μηχανικοῦ, τότε θέλουσι παραδεχθεῖ αὐτὴν ἀνεκκλήτως. \ Προσθέτουσι πρὸς τούτοις τὰ συμβαλλόμενα μέρη ὅτι οἱ τελευταῖοι θέλουσι δώσει πρὸς τοὺς πρώτους, ἤτοι τοὺς κτίστας, τὴν ἀναγκαίαν διὰ τὴν ἐκκοπὴν τῶν λίθων τῆς οἰκοδομῆς πυρίτιδα καὶ εἴκοσι βαρέλας οἶνου. / Ταῦτα πάντα παραδεξάμενα εὐχαρίστως ἀμφότερα τὰ συμβαλλόμενα μέρη καὶ καθ’ ὁλοκληρίαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, συνετάχθη τῇ αἰτήσει των τὸ παρὸν καὶ ἀναγνωσθὲν εὐκρινῶς καὶ μεγαλοφώνως ὑπογράφεται παρὰ πάντων καὶ ἐμοῦ, ἐκτὸς τῶν Δημητρίου Μπέτσα, Ἠλίου Κ. Κόσκορη, Ἰωάννου Ῥιζοπούλου, Ἰωάννου Κατσαριώτου καὶ Ἀναστασίου Καμπιλαύκου, ὁμολογησάντων ἄγνοιαν γραμμάτων.

Οἱ συμβαλλόμενοι Οἱ μάρτυρες                       Ὁ Συμβολαιογραφῶν Εἰρηνοδίκης

Φ.  Θ. Μπίκουλης Γ. Φωτόπουλος                                        Κ. Μπράβος
Μιχαὴλ Ἀθανασόπουλος Π. Μηλονόπουλος
Ἀναγν. Παπαδόπουλος
Ἀ. Γκουράσας

(Το κείμενο του συμφωνητικού ανέγερσης του ναού δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο άρθρο μου "Η ενορία Μπρούμα-Ηράκλειας κατά τον 19ο και 20ο αιώνα", Ηλειακή Πρωτοχρονιά 14. Αμαλιάδα, Εκδόσεις Βιβλιοπανόραμα 2013, σσ. 369-383).

Το παρόν άρθρο αποτελεί μέρος του κύκλου αναρτήσεων με θέμα την ιστορία και την αρχαιολογική αξία του Ιερού Ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Βλ. πάνω δεξιά την στήλη με τίτλο "Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου".

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2014

Ερμηνεία της εφεστίου εικόνας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Η εορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου αποτελεί την σπουδαιότερη από τις Θεομητορικές εορτές, εκείνες δηλαδή που τιμούν γεγονότα σχετιζόμενα με την επίγεια ζωή της μητέρας του Χριστού. 
Γενικώς, η μορφή της Θεοτόκου ελάχιστα μνημονεύεται στην Καινή Διαθήκη. Μάλιστα, οι περισσότερες από τις εορτές προς τιμήν της, όπως η Σύλληψις (9 Δεκεμβρίου), το Γενέσιον (8 Σεπτεμβρίου) και τα Εισόδια (9 Νοεμβρίου) αναφέρονται σε γεγονότα της ζωής της, τα οποία δεν περιγράφονται σε κανένα από τα τέσσερα Κανονικά Ευαγγέλια (εξαίρεση αποτελεί μόνον η εορτή του Ευαγγελισμού). Κειμενικές βάσεις των εορτών αυτών είναι τα απόκρυφα ευαγγέλια, και κυρίως το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου, το οποίο εστιάζει στον βίο της Παναγίας. Το ίδιο περίπου ισχύει και για την εορτή της Κοιμήσεως, που βασίζεται επίσης σε απόκρυφες διηγήσεις, κυρίως στα ψευδεπίγραφα κείμενα που παραδίδονται στα χειρόγραφα με τους τίτλους Τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου λόγος εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Ἁγίας Θεοτόκου (στα ελληνικά), De transitu Beatae Mariae Virginis ή Transitus Mariae A (Περὶ τῆς μεταστάσεως τῆς Εὐλογημένης Παρθένου Μαρίας, στα λατινικά) και Sancti Melitonis, episcopi Sardensis, Liber de transitu Virginis Mariae ή De transitu Mariae B (Τοῦ Ἁγίου Μελίτωνος, ἐπισκόπου Σάρδεων, Βιβλίον περὶ τῆς μεταστάσεως τῆς Παρθένου Μαρίας, στα λατινικά).
Διευκρινίζεται, βέβαια, ότι το ψευδεπίγραφο ή απόκρυφο των κειμένων δεν υποβαθμίζει την αλήθεια των γεγονότων. Τα κείμενα αυτά αποτυπώνουν την εκκλησιαστική παράδοση, η οποία έχει την ίδια ισχύ με όσα γνωρίζουμε από τα παραδεκτά κείμενα της Αγίας Γραφής. Άλλωστε, ο Μέγας Βασίλειος υποστηρίζει σχετικά με τα «δόγματα»  (διδασκαλία βασιζόμενη στην Αγία Γραφή) και τα «κηρύγματα» (διδασκαλία βασιζόμενη στην παράδοση) ότι εἰ γὰρ ἐπιχειρήσαιμεν τὰ ἄγραφα τῶν ἐθῶν, ὡς μὴ μεγάλην ἔχοντα τὴν δύναμιν, παραιτεῖσθαι, λάθοιμεν ἂν εἰς αὐτὰ τὰ καίρια ζημιοῦντες τὸ Εὐαγγέλιον, μᾶλλον δὲ εἰς ὄνομα ψιλὸν περιϊστῶντες τὸ κήρυγμα (εάν επιχειρούσαμε να απορρίψουμε την άγραφη παράδοση, με την δικαιολογία ότι δήθεν δεν έχουν μεγάλη ισχύ, θα διαπράτταμε σφάλμα στα πιο σημαντικά ζητήματα ζημιώνοντας το Ευαγγέλιο ή μάλλον υποβιβάζοντας το κήρυγμα στο επίπεδο της λέξης).
Με βάση τα παραπάνω, είναι φυσικό και οι εικόνες των αντίστοιχων θεομητορικών εορτών να απεικονίζουν τα γεγονότα με βάση τα αναφερθέντα κείμενα, ενσωματώνοντας κατά περίπτωση πληροφορίες που μόνο από την παράδοση (μέσω των ψευδεπίγραφων κειμένων) είναι γνωστές. 
Τα κείμενα συμφωνούν ως προς τα βασικά σημεία της κοίμησης της Θεοτόκου: η Παναγία, ενώ προσεύχεται στον Πανάγιο Τάφο, ειδοποιείται από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ ότι επίκειται η κοίμησή της. Αφού επιστρέφει στην οικία της για να συνεχίσει την προσευχή, αρχίζουν να φτάνουν διαδοχικά θαυματουργικά οι Απόστολοι, αρχικά ο Ιωάννης και έπειτα όλοι οι υπόλοιποι. Μάλιστα, οι Ανδρέας, Φίλιππος, Λουκάς, Σίμων ο Καναναίος και Θαδαίος, οι οποίοι είχαν ήδη πεθάνει, ανασταίνονται από τους τάφους τους και παρίστανται στην οικία της Παναγίας. Μετά από την ομαδική προσευχή της Θεοτόκου και των Αποστόλων φτάνει ο Χριστός συνοδευόμενος από τα Σεραφείμ, γεγονός που προκαλεί την θορύβηση των Ιουδαίων. Μετά την συνομιλία της με τον Χριστό, η Θεοτόκος παραδίδει το πνεύμα της και οι Απόστολοι αίρουν το κρεβάτι όπου κείται το σώμα της για να το μεταφέρουν στην Γεθσημανή προς ενταφιασμό. Ένας, όμως, από τους Ιουδαίους, ο Ιεφονίας, πλησιάζει το κρεβάτι και επιχειρεί να το ανατρέψει. Τότε, από αόρατη δύναμη τα χέρια του κόβονται και μένουν κολλημένα στο νεκρικό κρεβάτι. Μετά από προτροπή του Αποστόλου Πέτρου, ο Ιεφονίας μετανοεί και τα χέρια του ξαναβρίσκουν την θέση τους. Τελικά, το σώμα της Θεοτόκου αποτίθεται στο μνήμα, ενώ φωνές από τον Παράδεισο ακούγονται να υμνούν. Οι φωνές αυτές σταματούν την τρίτη ημέρα, κι έτσι οι Απόστολοι καταλαβαίνουν ότι το σώμα της Θεοτόκου ανελήφθη.
Σχετικά με την τυπολογία της εικόνας της Κοίμησης πρέπει να παρατηρήσουμε ότι περιλαμβάνει από ένα μέχρι πέντε διαφορετικά στοιχεία, συνδυασμένα με αρκετούς τρόπους: η βασική παράσταση απεικονίζει το νεκρό σώμα της Παναγίας, περιστοιχιζόμενο από τους Αποστόλους που θρηνούν και τον Χριστό, με την συνοδεία Αγγέλων, να κρατά την ψυχή της με την μορφή φασκιωμένου βρέφους. Συναντάται, επίσης, η σκηνή της αποκοπής των χειρών του θρασέως Ιουδαίου από τον Άγγελο, η μεταφορά των Αποστόλων από τα πέρατα της γης πάνω σε σύννεφα, η μετάσταση του αναστημένου σώματος της Θεοτόκου στους ουρανούς και, τέλος, η παράδοση της Αγίας Ζώνης από την Θεοτόκο στον Απόστολο Θωμά. 
Οι τρείς πρώτες παραστάσεις αναφέρονται από όλες τις πηγές, με ελάχιστες παραλλαγές όσον αφορά την παρουσία των ιεραρχών Ιακώβου του Αδελφοθέου, Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, Τιμοθέου και Ιεροθέου. Η παράδοση περί της παρουσίας των τριών αυτών ιεραρχών στην Κοίμηση της Θεοτόκου φτάνει ως εμάς αρχικά από το έργο Περὶ θείων ὀνομάτων του Ψευδο-Διονυσίου του Αρεπαγίτη, αλλά και από τα έργα του Ανδρέα Κρήτης (Λόγος α΄ εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, 79Β- 80D). Έτσι, σε πολλές παραστάσεις της Κοίμησης, μεταξύ των Αποστόλων, που ξεχωρίζουν από το γνωστό στην ορθόδοξη εικονογραφία άχρονο ένδυμά τους, που χρησιμοποιείται για την απεικόνιση των αγίων μορφών όλων των αιώνων (δηλαδή το ιμάτιο και ο χιτώνας), διακρίνονται και τρεις ή τέσσερις μορφές ενδεδυμένες αρχιερατική στολή. Συνήθως δε, οι μορφές αυτές κρατούν στα χέρια τους ανοιχτά βιβλία, υπονοώντας ότι τα χρησιμοποιούν για να ψάλλουν εξόδιους ύμνους προς την Θεοτόκο, όπως αναφέρουν οι πηγές. 
Σε όλες τις παραστάσεις ο Χριστός παρευρίσκεται στην σκηνή, κρατώντας ήδη την ψυχή της Θεοτόκου με τα χέρια καλυμμένα με την άκρη του ιματίου του, χειρονομία που στην ορθόδξη εικονογραφία δηλώνει την ιερότητα του βασταζόμενου αντικειμένου (βλ. το Ευαγγέλιο στα καλυμμένα χέρια των ιερωμένων Αγίων). Ο Χριστός συνοδεύεται από στρατό ουρανίων δυνάμεων, ενώ συχνά περιβάλλεται από «δόξα», δηλαδή σχηματοποιημένο φως, που στην εικονογραφία δηλώνει την θεϊκή επιφάνεια. 
Η σκηνή της αποκοπής των χειρών του Ιουδαίου που θέλησε να ανατρέψει από μίσος το νεκρικό κρεβάτι της Θεοτόκου εμφανίζεται, επίσης, με μεγάλη συχνότητα. Στο κείμενο του Ψευδο-Ιωάννη ονομάζεται  Ιεφονίας, όνομα με το οποίο έμεινε γνωστός στην παράδοση, ενώ στο Transitus Mariae A  αποκαλείται Ruben και στο Transitus Mariae B παραμένει ανώνυμος, όπως και σε όλες τις υπόλοιπες πηγές. Σύμφωνα με τα κείμενα, ο Ιουδαίος αυτός, ως ο πιο θρασύς από το πλήθος των Εβραίων που είχαν συγκεντρωθεί από μίσος για την Θεοτόκο και τους Αποστόλους, επιχείρησε να ανατρέψει την νεκρική κλίνη της. Τα χέρια του, όμως, αποκόπηκαν από αόρατη δύναμη (στις εικόνες εμφανίζεται Άγγελος με απειλητική χειρονομία) και έμειναν κρεμασμένα στο κρεβάτι, ώσπου μετανόησε και γιατρεύτηκε.
Σχετικά με την θαυματουργική μεταφορά των Αποστόλων από τα πέρατα της γης, οι τρεις αρχαιότερες πηγές βρίσκονται σε συμφωνία. Καθένας από τους Αποστόλους είχε αναλάβει να κηρύξει το Ευαγγέλιο σε μια διαφορετική γωνιά του κόσμου. Όταν ήρθε η ώρα να παραστούν ενώπιον της νεκρικής κλίνης της Θεοτόκου, νεφέλες τους άρπαξαν την ώρα που κήρυσσαν και τους μετέφεραν στο σπίτι της. Μάλιστα, το ελληνικό κείμενο του Ψευδο-Ιωάννη αναφέρει ότι αναστήθηκαν και εκείνοι από τους Αποστόλους, οι οποίοι είχαν ήδη πεθάνει: οι Ανδρέας, Φίλιππος, Λουκάς, Σίμων ο Καναναίος και Θαδδαίος. Τους διευκρινίζεται δε, σύμφωνα με το κείμενο, από το Άγιο Πνεύμα, ότι δεν αναστήθηκαν επειδή έφτασε η Δευτέρα Παρουσία, αλλά προκειμένου να τιμήσουν την μητέρα του Θεού, τώρα που έφτασε η ώρα της αποδημίας της. Έτσι, στην απεικόνιση της δια νεφελών μεταφοράς εμφανίζονται όλοι οι Απόστολοι, έξι στην δεξιά πλευρά και έξι στην αριστερή, να επιβαίνουν σε σύννεφα, συχνά με βλέμμα γεμάτο απορία για το θαύμα που συντελείται. Άλλοτε ο κάθε Απόστολος επιβαίνει σε ξεχωριστή νεφέλη (οπότε μπορεί σε ορισμένες εικόνες να συνοδεύεται από έναν άγγελο), ενώ άλλοτε οι Απόστολοι είναι χωρισμένοι σε ομάδες των έξι, καθεμιά από τις οποίες επιβαίνει σε ένα μεγάλο σύννεφο.
Ανάμεσα στις δύο ομάδες των Αποστόλων συχνά απεικονίζεται και η ίδια η Θεοτόκος να αναλαμβάνεται στους Ουρανούς, ενίοτε με την συνοδεία Αγγέλων. Σύμφωνα με τις πηγές, η ανάληψη της Θεοτόκου συνέβη την τρίτη μέρα μετά την απόθεση του σώματός της στον τάφο της Γεθσημανής και αφού η ψυχή της είχε ενωθεί ξανά με το σώμα της. 
Τελευταίο στοιχείο που προστίθεται στην εικόνα της Κοίμησης είναι η παράδοση της Αγίας Ζώνης από την ίδια την Παναγία στον Απόστολο Θωμά. Την διήγηση αυτή συναντούμε για πρώτη φορά στο Transitus Mariae A (§ 17): Τότε ο ευλογημένος Θωμάς οδηγήθηκε αμέσως (ενν. δια νεφέλης) στο Όρος των Ελαιών και είδε το ευλογημένο σώμα να κατευθύνεται στον ουρανό και άρχισε να φωνάζει και να λέει: «Μητέρα αγία, μητέρα ευλογημένη, μητέρα αμόλυντη, αν το ότι σε βλέπω σημαίνει ότι έχω την εύνοιά σου, χαροποίησε τον δούλο σου με την μεγαλοψυχία σου, αφού πηγαίνεις στον ουρανό». Τότε η ζώνη, με την οποία οι απόστολοι είχαν τυλίξει το άγιο σώμα (της), πετάχτηκε στον ευλογημένο Θωμά από τον ουρανό. Αφού την πήρε, την ασπάστηκε και ευχαριστώντας τον Θεό ήρθε έπειτα στην κοιλάδα του Ιωσαφάτ.  
Η εφέστιος εικόνα του ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Ηράκλειας, φιλοτεχνημένη από τον Θεόκλητο Τσαλπατούρο (πιθανότατα μοναχό) στον Πύργο κατά το 1879, ανήκει στον πληρέστερο τύπο, καθώς ενσωματώνει και τις πέντε διαφορετικές σκηνές που προαναφέραμε. Από αυτήν την άποψη εναρμονίζεται με την τάση του 19ου αιώνα, οπότε ιστορήθηκε.
Η εικόνα διαιρείται σε δύο τμήματα: το κατώτερο καταλαμβάνει τα δύο τρίτα της επιφάνειας και απεικονίζει την νεκρική κλίνη της Θεοτόκου περιστοιχισμένη από τους Αποστόλους και τις τρεις μορφές ιεραρχών, πιθανότατα του Ιακώβου του Αδελφοθέου, του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου και του Τιμοθέου, καθώς ο Ιερόθεος σπανίως απεικονίζεται. Οι δύο κρατούν ανοιχτά βιβλία από τα οποία διαβάζουν (μάλλον ψάλλουν), ενώ ο τρίτος, πιθανότερα ο Ιάκωβος, κρατά κλειστό βιβλίο και θυμιατήριο, με το οποίο θυμιά το σώμα της Θεοτόκου. 
Στο βάθος πλήθος γυναικείων και ανδρικών μορφών συνωστίζονται, με τις γυναίκες να θρηνούν, όπως δηλώνει το σκούπισμα του προσώπου με την άκρη του ιματίου τους. Η απεικόνιση των μορφών αυτών αποτελεί πρωτότυπο στοιχείο στην παράστηση, που φαίνεται ότι έχει και πρακτικό σκοπό, να γεμίσει δηλαδή τον κενό χώρο της εικόνας, που προκύπτει λόγω των μεγάλων της διαστάσεων.
Από τους Αποστόλους οι περισσότεροι φανερά θρηνούν, όπως ο Πέτρος στην κεφαλή της Παναγίας και ο Ιωάννης στο πλάι της, ενώ όλοι απεικονίζονται με θλιμμένο πρόσωπο και περιπαθή στάση.
Πάνω από την χορεία των Αποστόλων απεικονίζεται μέσα σε κατακόρυφη «δόξα» ο Χριστός με σκουρόχρωμα ρούχα να κρατά την ψυχή της Θεοτόκου με την μορφή σπαργανωμένου βρέφους, που έχει, ωστόσο, σαφή θηλυκά χαρακτηριστικά προσώπου. Τον Χριστό πλαισιώνουν δύο ομάδες Αγγέλων, ενδεδυμένων στολή διακόνου, καθένας από τους οποίους κρατά αναμμένη λαμπάδα. Η στάση υπόκλισης των Αγγέλων δείχνει σεβασμό, ενώ τα πρόσωπα τους είναι χαρούμενα, αφού υποδέχονται πλέον στον ουρανό την Θεοτόκο. 
Στην βάση της εικόνας απεικονίζεται η σκηνή της αποκοπής των χειρών του Ιεφονίας. Ο άγγελος με μια απειλητική χειρονομία απαγορεύει την προσέγγιση στο νεκρικό κρεβάτι της Παναγίας. Ο Ιεφονίας γονατισμένος τον κοιτάζει με απορία και μίσος, ενώ τα χέρια του κρέμονται από το σεντόνι του κρεβατιού. 
Στο ανώτερο μέρος της εικόνας 12 νεφέλες μεταφέρουν τους Αποστόλους. Στην κορυφή της κατακόρυφης «δόξας», που περιέχει και τον Χριστό, βρίσκεται η Παναγία με λευκά ρούχα, καθώς αναλαμβάνεται στον Ουρανό. Στα δεξιά της ο απόστολος Θωμάς, επιβαίνοντας κι αυτός σε νεφέλη, η οποία, όμως, είναι ενσωματωμένη στα νέφη που ορίζουν την «δόξα», παραλαμβάνει από το χέρι της την Αγία Ζώνη.
Πρόκειται, πράγματι, για εξαιρετική εικόνα. Το πλήθος των μορφών, η εκφραστικότητα των προσώπων και των σωμάτων, η αρμονία των χρωμάτων αλλά και η γνώση της ιστορίας και της θεολογίας της εικόνας της Κοιμήσεως, αποδεικνύουν ότι ο αγιογράφος ήταν όχι μόνο ταλαντούχος, αλλά και βαθύς γνώστης της εκκλησιαστικής παράδοσης. Το ίδιο μπορεί κανείς να διαπιστώσει μελετώντας όλο το εικονογραφικό πρόγραμμα του τέμπλου του ναού, που φαίνεται να βγήκε από τα χέρια του. Η ανάγκη για περαιτέρω μελέτη του έργου του, επομένως, είναι προφανής.

(Το άρθρο δημοσιεύται ταυτόχρονα στο ιστολόγιό μου Τέχνες Ευσεβείας με ορισμένες τροποποιήσεις)

Το παρόν άρθρο αποτελεί μέρος του κύκλου αναρτήσεων με θέμα την ιστορία και την αρχαιολογική αξία του Ιερού Ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Βλ. πάνω δεξιά την στήλη με τίτλο "Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου".

Τρίτη 25 Μαρτίου 2014

Ο ναός της Ευαγγελίστριας και η ιστορία του

Αποτελεί τον μοναδικό στην μητρόπολη Ηλείας κοιμητηριακό ναό, αφιερωμένο στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Χτίστηκε το 1911, άγνωστο μέχρι στιγμής από ποιούς μαστόρους, και φιλοξενεί στην γύρω του έκταση το κοιμητήριο της ενορίας από το 1939.
Παρότι έπαθε σοβαρές ζημιές από τον σεισμό του 1993 (που συνέβη σαν αύριο), επισκευάστηκε και ευτυχώς παρέμεινε όρθιος με μόνη απώλεια των αψιδωτό καμπαναριό του, να εντυπωσιάζει με την προσεγμένη του λιθοδομή, με την "καστρόπορτα" που οδηγεί στο κοιμητήριο και με το εξαιρετικό εικονοστάσι στην είσοδό της αυλής του, φτιαγμένο το 1932.
Οι τέσσερις δεσποτικές εικόνες του τέμπλου του, μαζί με την εικόνα της Δέησης, είναι έργο της σπουδαίας αγιογραφικής αδελφότητας των Αβραμαίων από την Νέα Σκήτη του Αγίου Όρους. Φαίνεται, μάλιστα, ότι η παραγγελία τους έγινε με πρωτοβουλία του τότε επιτρόπου Κωνσταντίνου Τσατά, του οποίου ο αδελφός μόναζε στο Άγιο Όρος.
Σε παλαιότερες εποχές, ανήμερα της γιορτής συγκέντρωνε κόσμο από όλα τα διπλανά χωριά, κυρίως από το Πουρνάρι, που παρευρισκόταν ολόκληρο. Πλέον, μαζί με τα χωριά, έχασε και η Ευαγγελίστρια τον κόσμο της. Φυσική εξέλιξη των πραγμάτων (;).

Χρόνια πολλά σε όλους!












Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2013

Η ενορία Μπρούμα-Ηράκλειας κατά τον 19ο και 20ο αιώνα

Συγχωριανοί και φίλοι χρόνια πολλά! 
Τα Χριστούγεννα μας βρίσκουν ακόμη μία φορά φτωχότερους σε υλικά, ας ευχηθούμε, όμως, να μας βρουν πλουσιότερους σε πνευματικά αγαθά, όπως κατανόηση, συμπόνοια, αγάπη, αλληλοβοήθεια, πίστη και ελπίδα.Ας μας παρηγορεί ότι το έθνος μας κατόρθωσε θαυμαστά έργα κυρίως σε περιόδους πίεσης και δυσκολιών!
Μεταξύ άλλων είναι παρήγορο το γεγονός ότι μέσα στην περίοδο αυτή της "κρίσης" φαίνεται να ενισχύεται η αγάπη μας για πράγματα που είχαμε παλαιότερα παραμελήσει, όπως η ιστορία και ο πολιτισμός μας. Πολλές είναι η ιστοσελίδες που υπάρχουν ήδη, ενώ καινούριες δημιουργούνται καθημερινά, αφιερωμένες στην τοπική ιστορία της Ηλείας. Πρόκειται για προσπάθειες απλών ανθρώπων, χωρίς κανένα συμφέρον, αφορμώμενες μόνο από αγάπη για τον τόπο. Πολλές, επίσης, είναι οι πρωτοβουλίες για ανάδειξη μνημείων (λαμπρό παράδειγμα η αποκάλυψη του μεταβυζαντινού ναού του Ασκητή από τους κατοίκους του Γουμέρου). Τα εγκαίνεια του Αρχαιολογικού Μουσείου του Πύργου και οι νέες ανασκαφές στον αρχαιολογικό χώρο της Ολυμπίας συμπληρώνουν την εικόνα της αναζωογόνησης του ενδιαφέροντος για την Ηλεία, κρατικού και ιδιωτικού.
Μέσα σε αυτό το κλίμα και με την ίδια διάθεση, το φετινό μου άρθρο στην Ηλειακή Πρωτοχρονιά 14 αναφέρεται στην ιστορία της ενορίας του χωριού μας από το 1800 και εξής. Στις σελίδες του παραθέτω όσα στοιχεία έχω συλλέξει ως τώρα: συμφωνητικά για την κατασκευή του ναού και του τέμπλου της Κοιμήσεως, ιστορικά στοιχεία για όλους τους ναούς του χωριού και πλήρη κατάλογο των ιερέων από το 1800. Πρόκειται για πληροφορίες και έγγραφα που έρχονται για πρώτη φορά στο φως και αποτελούν αποτέλεσμα προσωπικού και πολύχρονου κόπου. Αποτελούν την ελάχιστη προσφορά στον τόπο που μεγάλωσα και στους ανθρώπους του. Αποτελούν, επίσης, το πρώτο βήμα της προσπάθειας για την ανάδειξη ενός μνημείου της περιοχής, του ενοριακού ναού του χωριού, που έφτασε ως τις μέρες μας, μαζί με μερικά ακόμη εκκλησιαστικά μνημεία της Ηλείας.
Όπως θα δείτε, το άρθρο είναι αφιερωμένο στην μνήμη τριών ανθρώπων που με βοήθησαν καθοριστικά και έβαλαν την βάση για το φετινό άρθρο, χαρίζοντάς μου τις αναμνήσεις τους. Η προθυμία τους για βοήθεια είναι για μένα πρότυπο ζωής.

Χρόνια πολλά και ευτυχισμένα στον καθένα σας ξεχωριστά!



Το παρόν άρθρο αποτελεί μέρος του κύκλου αναρτήσεων με θέμα την ιστορία και την αρχαιολογική αξία του Ιερού Ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Βλ. πάνω δεξιά την στήλη με τίτλο "Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου".

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013

Ταφικές συνήθειες στο νεκροταφείο του Αγίου Νικολάου

Ο τρόπος με τον οποίο διαχειριζόμαστε τους νεκρούς μας αντικατοπτρίζει τις αντιλήψεις της εποχής μας για τον θάνατο, για την μεταθανάτια ζωή, την σχέση μας με τον ίδιο τον νεκρό. Φυσικά, οι ταφικές συνήθειες είναι διαφορετικές για κάθε εποχή, αν και πολλές φορές ταφικά έθιμα μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά ασυναίσθητα.
Έχω και παλαιότερα αναφερθεί στον ναό του Αγίου Νικολάου, που ανήκει σήμερα στο Λαντζόι αλλά είναι χτισμένος στα ερείπια του ναού του παλιού χωριού, τιμωμένου επίσης επ' ονόματι του Αγίου Νικολάου. Στον περίβολο του ναού αυτού συναντούμε και τον μεγαλύτερο αριθμό ταφών σε σχέση με τις άλλες δύο γνωστές από τοπωνύμια εκκλησίες, του Αγίου Γεωργίου και του Αϊ-Γιάννη. Για την περιοχή του Αϊ-Γιώργη είναι γνωστό ότι φιλοξενεί, επίσης, ταφές, όπως και ο Άγιος Νικόλαος, αφού αρκετές φορές έχουν έρθει κατά λάθος στην επιφάνεια οστά κατά την διάρκεια αγροτικών εργασιών. Για τον ναό του Αϊ-Γιάννη, ωστόσο, δεν έχει ποτέ αναφερθεί ανακάλυψη τάφου.
Όπως και παλιότερα είχα αναφέρει, στον περίβολο του Αγίου Νικολάου οι ταφές αποκαλύφθηκαν για πρώτη φορά κατά την διάνοιξη του αγροτικού δρόμου την δεκαετία του 1970. Έκτοτε και κυρίως κατά τον εορτασμό του νέου ναΐσκου στις 10 Μαΐου κάθε χρόνο, οπότε και εκτελούνται "εξωραΐστικές" εργασίες (αν μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει έτσι εργασίες που ξεθάβουν νεκρούς δήθεν για να καθαρίσουν το προαύλιο του ναού), παρασύρονται από τα μηχανήματα οστά, υπολείμματα του παλαιού ναού, κεραμικά και άλλα αντικείμενα.
Όλη αυτή η καταστροφή, η οποία μόνο με παρέμβαση της αρχαιολογίας μπορεί να διορθωθεί, έχει και το θετικό της, που είναι η παρατήρηση των ταφικών συνηθειών της εποχής εκείνης. Όμως, για ποιά εποχή μιλάμε άραγε; Θα πρέπει να υποθέσουμε ότι οι τελευταίες ταφές στον χώρο αυτόν, αν αποτελούσε πράγματι το νεκροταφείο του παλαιού χωριού (κάτι που είναι αβέβαιο, αφού, όπως προανέφερα, ταφές ανακαλύπτονται και στον Αϊ-Γιώργη), θα πρέπει να πραγματοποιήθηκαν κάποια στιγμή κατά τον 18 αιώνα. Το χωριό βρίσκεται ήδη στην σημερινή του θέση το 1830, άρα η μεταφορά του (αν είναι πραγματικότητα και όχι μύθος) θα πρέπει να έγινε τουλάχιστον στις αρχές του 19ου αιώνα.
Στην τελευταία βόλτα μου, λοιπόν, στον Αϊ-Νικόλα, αυτό που παρατήρησα με ενδιαφέρον είναι ότι σε δύο ταφές που είχαν αποκαλυφθεί πάνω στον δρόμο στις δύο πλευρές του κρανίου κάθε νεκρού ήταν τοποθετημένες δύο πέτρες, πάνω στις οποίες στηριζόταν μία κεραμίδα. Το πρόσωπο, δηλαδή, του νεκρού βρισκόταν μέσα στο αυλάκι της κεραμίδας, σαν να ήθελαν να το προστατέψουν.
Περισσότερα στοιχεία δεν είναι δυνατόν να προκύψουν, αφού για κάτι τέτοιο είναι αρμόδιοι οι  αρχαιολόγοι, και σε καμία περίπτωση τα τρακτέρ. Είναι φανερό, πάντως, ότι η κατεύθυνση του νεκρού είναι, όπως και σήμερα ανατολική, χωρίς να μπορεί να διακριθεί η στάση του σώματος.
Για την χρήση της κεραμίδας ως καλύμματος του προσώπου θα πρέπει να υποθέσουμε ότι οφείλεται στην απουσία φερέτρου, το οποίο μέχρι και πριν μερικές δεκαετίες αποτελούσε πολυτέλεια. Θεωρώ δηλαδή ότι η κίνηση αυτή δηλώνει φροντίδα των ζωντανών να προστατέψουν το πρόσωπο του νεκρού. Άλλωστε, παρόμοια είναι και η σημερινή συνήθεια να καλύπτουμε τα πρόσωπα των νεκρών πριν την ταφή με μαντήλι.
Εν πάση περιπτώσει, είναι εμφανές όχι μόνο από το περιστατικό αυτό αλλά και από τα υπόλοιπα ευρήματα της περιοχής ότι η έρευνα εκ μέρους των ειδικών είναι αναγκαία και θα φέρει σίγουρα ενδιαφέροντα αποτελέσματα.