Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012

Φθινοπωρινός περίπατος

Μιας και για λίγες μέρες είμαι στο χωριό, σκέφτηκα να εκμεταλλευτώ το απόγευμα και να περπατήσω στη φύση, που έπαψε να είναι τόσο εχθρική όσο το καλοκαίρι και καλεί για ηρεμία!
Από την βόλτα αυτή σας δίνω μερικές φωτογραφίες, που τράβηξα με το κινητό, από όσα χαρακτηριστικά της εποχής και του τοπίου συνάντησα!


Η ντόπια άγρια ορχιδέα.

Τμήμα κεραμικού (τούβλου) στο Σαμάκι.
Στην γύρω περιοχή δεν υπάρχει κανένα άλλο
ίχνος ανθρώπινης παρουσίας.
Η φύση ξαναγεννιέται!


Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012

Λείψανα παλαιών χρόνων...

    Κοιτάζοντας τις φωτογραφίες που κατά καιρούς έχω συγκεντρώσει από όποια γωνιά του χωριού μας μπορείτε να φανταστείτε - σπίτια, χαλάσματα, σπηλιές, τοπία, δέντρα, φυσικά και τεχνητά έργα - σταμάτησα για να χαζέψω αυτή την φωτογραφία από την κόγχη του ναού του κοιμητηρίου, της Αγια-Βαγγελίστρας, όπως την λέμε συνηθέστερα, όπου φαίνονται τα εναπομείναντα πιάτα που άλλοτε σχημάτιζαν το σημείο του Σταυρού. Απλό στολίδι, αφελές. Αναλογίζομαι, όμως, ότι αυτά τα πιάτα, που πιθανώς κάποτε χρησιμοποιούνταν σε κάποιο τραπέζι για να χορτάσουν έναν άνθρωπο (ή πολλούς ανθρώπους) κρέμονται εκεί πάνω εδώ και 101 χρόνια.
.
.
    Και θυμήθηκα τον Παπαδιαμάντη, που συγκινημένος περιγράφει μια αντίστοιχη εικόνα από ένα ξωκλήσι της Σκιάθου, με την άφταστη έκφρασή του:
Ολόγυρα εις τους τοίχους, υψηλά άνω των υπερθύρων και υπό τα γείσα της στέγης, ωραία μικρά πινάκια παλαιών χρόνων ήσαν εγκολλημένα, σχηματίζοντα μέγαν σταυρόν επί της χιβάδος του ιερού Βήματος προς ανατολάς, μετά υποποδίου εις σχήμα ανεστραμμένου Τ εκ πέντε άλλων πινακίων και άλλους δύο σταυρούς δεξιόθεν και αριστερόθεν, ύπερθεν των δύο παραθύρων του χορού και τέταρτον σταυρόν άνωθεν της φλιάς της εισόδου, δυσμόθεν. Και τα ωραία παλαιά πιατάκια ήσαν όλα χρωματιστά, γαλάζια και υποπράσινα και κιτρινωπά και λευκά, με κλαδάκια και με λούλουδα και με ανθρωπάκια και με πουλιά, φιλοκάλως και κομψώς διατεθειμένα, στίλβοντα εις τον ήλιον, χάρμα των οφθαλμών, κειμήλια υψηλά κείμενα, στερεά βαλμένα εις τας κόγχας των, αφελή αναθήματα, λείψανα παλαιών χρόνων, περισώσματα αρπαγών και δηώσεων παντοίων, ολιγότερον φευ! ασφαλή από της νεοτέρας αρχαιολογικής και αρχαιοκαπηλικής μανίας. Και ο απλούς ούτος στολισμός παρείχε μεγάλην χάριν, μεμειγμένην με άρρητον τρυφερόν θέλγητρον, εις το μικρόν βραχοφυτευμένον παρεκκλήσιον, εμπνέων εις τον επισκέπτην μεγάλην επιθυμίαν να διασκελίσει το κατώφλιον, να εισέλθει εις τον πενιχρόν ναΐσκον, ν’ ανάψει κηρίον, να κάμει τον σταυρόν του, και ν’ ασπασθεί ευλαβώς την εικόνα της Παναγίας...

                                                                 Αλ. Παπαδιαμάντη, Ἡ Γλυκοφιλοῦσα (1894). 

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Κάτοικοι Ηράκλειας στο αρχείο Κρεμαστής

Καλό φθινόπωρο σε όλους! Η αλήθεια είναι ότι φέτος έχει αργήσει λίγο να φτάσει, αλλά όπως έλεγαν και οι παππούδες μας: "Εδώ κάνουν οι ανθρώποι σαν θέλουν, ο Θεός δεν θα κάνει;¨!
Είναι αρκετός καιρός τώρα που ασχολούμαι με μία ομάδα εγγράφων των Γενικών Αρχείων του Κράτους, τα οποία αποτελούν αιτήσεις των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής της Ολυμπίας και του Πύργου σε διάφορες αρχές του Κράτους με σκοπό την διατήρηση του Μοναστηριού της Κρεμαστής. Σύμφωνα με απόφαση του βασιλιά Όθωνα, όσα Μοναστήρια δεν φιλοξενούσαν πάνω από πέντε μοναχούς εξαναγκάζονταν να κλείσουν και οι μοναχοί τους έπρεπε να μεταφερθούν σε άλλες μονές. Στην περίπτωση της Κρεμαστής, ο ηγούμενος από λάθος (ή από καχυποψία, επειδή φοβήθηκε ότι η απογραφή των μοναχών θα σήμαινε περισσότερους φόρους) δήλωσε μόνον τέσσερις ιερομονάχους, αποκρύπτοντας τους δύο απλούς μοναχούς που ζούσαν στο μοναστήρι. Έτσι, η Κρεμαστή χαρακτηρίστηκε "μη διατηρούμενη".
Όταν συνειδητοποιήθηκε το λάθος, οι κάτοικοι της περιοχής άρχισαν να συγκεντρώνουν υπογραφές και να απευθύνονται σε κάθε αρμόδια υπηρεσία, προκειμένου να σώσουν το μοναστήρι. Στη προσπάθεια αυτή επιστρατεύθηκαν και υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, όπως οι δήμαρχοι της περιοχής και άλλοι τοπικοί άρχοντες.
 Τα τέσσερα σωζόμενα έγγραφα απευθύνονται αντίστοιχα στην "ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Γραμματείαν" (31/12/1834), στην "Βασιλικὴν Νομαρχίαν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος" (10/5/1836), στην "Ἱερὰν Σύνοδον τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος" (10/5/1836) και στην "Ἐπισκοπὴν Ἀχαΐας" (28/11/1836). Υπογραφές κατοίκων Μπρούμα βρίσκουμε στα τρία πρώτα.
Από τον γραφικό χαρακτήρα φαίνεται ότι μερικοί εκ των υπογραφόντων πρέπει να ήταν αγράμματοι και για τον λόγο αυτό υπογράφουν άλλοι εξ ονόματός τους. Ακόμη και στην περίπτωση των εγγράμματων, όμως, η γνώση γραφής περιορίζεται στα πολύ βασικά, αφού σπάνια βρίσκουμε όνομα χωρίς ορθογραφικό λάθος. Αντίθετα, το κείμενο της αίτησης είναι καλλιγραφημένο, χωρίς ορθογραφικά λάθη και φυσικά σε άπταιστη καθαρεύουσα.
Παρακάτω παραθέτω τα σημειούμενα ονόματα, μεταξύ των οποίων και αυτά του δημογέροντα του χωριού και του ιερέα Παπαγγελή Γκουρασόπουλου (προφανώς Γκουράσα, αφού την εποχή αυτή είναι συνήθης η πρακτική της προσθήκης και αφαίρεσης κατά βούληση της κατάληξης -όπουλος στα επώνυμα. Πολλές φορές, μάλιστα, το ίδιο πρόσωπο μπορεί να αναφέρεται και με τους δύο τρόπους στο ίδιο έγγραφο).


Δημογέρων Ἀθανάσιος Κανελλόπουλος
Ἀναγνώστης Ἀποστολόπουλος
Ἀβράμης Φωτόπουλος
Παπαγγελὴς Γκουρασόπουλος
Σωτήριος Γκουρασόπουλος
Παναγιώτης Μπούλιαρης
Ἀναγνώστης Μπαμπαλής
Θανάσης Ἀναστασόπουλος
Ἀσημάκης Κατζαριώτης
Γιωργάκης Κατζαριώτης
.
(Σημείωση: Τα ονόματα δίνονται στην ορθή τους μορφή και όχι με την ορθογραφία που εμφανίζονται στα έγγραφα)

Για την λίστα των ιερέων πριν την ανέγερση του ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου δείτε εδώ.






Κυριακή 13 Μαΐου 2012

Η καρδιά της μάνας

Μάνα. Λατρεμένη μορφή, η πιο λατρεμένη. Κομμάτι του εαυτού μας κι εμείς του δικού της πριν γεννηθούμε, κομμάτι μας και στην τελευταία μας αναπνοή, που φεύγει μαζί με το όνομά της. Ανυστερόβουλη η αγάπη της, ανυπόκριτη, αυθόρμητη, σταθερή σε όσα και να την πλήξουν.
Ο Οδυσσέας τρέμει σύγκορμος μην μπορώντας να αγκαλιάσει την σκιά της μάνας του στο Άδη. Ο Χριστός  τη μάνα του κοιτάει να εξασφαλίσει ξεψυχώντας.
Μάνα. Η γλύκα του ονόματός της ξαλαφρώνει την καρδιά κι από το πικρότερο φορτίο, γιατί εκείνη δεν διώχνει ποτέ. Ανέχεται τα πάντα.




Ένα παιδί, μοναχοπαίδι αγόρι,
αγάπησε μιας μάγισσας την κόρη.
- Δεν αγαπώ εγώ, του λέει, παιδιά,
μ' αν θέλεις να σου δώσω το φιλί μου,
της μάνας σου να φέρης την καρδιά
να ρίξω να την φάη το σκυλί μου.
Τρέχει ο νειός, την μάνα του σκοτώνει
και την καρδιά τραβά και ξεριζώνει
και τρέχει να την πάη, μα σκοντάφτει
και πέφτει ο νειός κατάχαμα με δαύτη.
Κυλάει ο γυιός και η καρδιά κυλάει
και την ακούει να κλαίη και να μιλάη.
Μιλάει η μάνα στο παιδί και λέει:
- Εχτύπησες, αγόρι μου;…και κλαίει!
.
"Η καρδιά της μάνας" του Άγγελου Βλάχου αφιερωμένη σε όλες τις μανάδες, τις πικραμένες αλλά αμετακίνητες από την αγάπη τους. 

Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

Η ρίμα του Αγίου Γεωργίου

Πρόκειται ίσως για την πιο χαρακτηριστική γιορτή της άνοιξης: η γιορτή του Αϊ-Γιώργη είναι απόλυτα εξαρτημένη από την Ανάσταση, ώστε μετατίθεται την επόμενη μέρα του, αν τυχόν το Πάσχα γιορταστεί μετά τις 23 Απριλίου.
Ο Άγιος Γεώργιος είναι αν όχι ο πιο αγαπητός, τουλάχιστον από τους πιο αγαπητούς αγίους, γεγονός που αποδεικνύεται όχι μόνον από τον αριθμό των ανδρών και γυναικών που φέρουν το όνομά του, αλλά και από το πλήθος των εκκλησιών που είναι αφιερωμένες σε αυτόν, όπου τυχόν βρίσκονται Έλληνες. Θυμίζω χαρακτηριστικά τον περίφημο ναό του Αγίου Γεωργίου στην Βενετία, το κέντρο της εκεί ελληνικής παροικίας ιδίως κατά τον 18ο και 19ο αιώνα.
Πολλοί από εσάς θα γνωρίζετε ασφαλώς και το τοπωνύμιο "Αϊ-Γιώργης" στο χωριό μας, το οποίο πιστοποιεί την ύπαρξη ομώνυμου ναού του παλιού χωριού. Ελάχιστα ερείπια του ναού βρίσκονται σκορπισμένα στο μικρό λόφο που σήμερα ανήκει στον παπα-Γιώργη Γαβριλόπουλο, δίπλα στην Λάκκα.Ο ίδιος, μάλιστα, έχει πολλές φορές ανακαλύψει κατά τη διάρκεια εργασιών όχι μόνο αρχιτεκτονικά μέλη, αλλά ακόμη και ανθρώπινα λείψανα, ένδειξη για την χρήση του χώρου και ως κοιμητηρίου (όπως φαίνεται να ισχύει και για τον άλλο ναό στο Παλιοχώρι, τον Άγιο Νικόλαο).
Πέραν, όμως, της ιστορικής αναδρομής, η σημερινή ημέρα είναι για μένα συνδεδεμένη και με το λαϊκό ποίημα για τον Άγιο Γεώργιο, που άκουγα από μικρό παιδί από την γιαγιά μου, Γιωργία και εκείνη, το παραθέτω εδώ σε μιά εκδοχή της Λέσβου. Για να είμαι ειλικρινής, δεν μπορώ να ταυτίσω παρά μερικές μόνον φράσεις ανάμεσα σε αυτήν την εκδοχή και σε εκείνη της γιαγιάς μου, αλλά αυτό δεν είναι παράξενο, αφού η ρίμα (=ομοιοκατάληκτο ποίημα) αυτό απαντά σε πλήθος παραλλαγών.
Χρόνια πολλά σε όλους!

Άγιε μου Γιώργη αφέντη μου κι αφέντη καβαλάρη,
αρματωμένος με σπαθί και με χρυσό κοντάρι.
Άγιος είσαι στη μορφή και άγγελος στη θεότη
παρακαλώ βοηθά με άγιε μου στρατιώτη
από το άγριο θεριό και δράκοντα μεγάλο
οπού τον πήγαιν’ άνθρωπο κάθε πρωί και βράδυ.
Κι αν δεν τον πήγαιν’ άνθρωπο κάθε πρωί στην ώρα,
κανένανε δεν άφηνε νερό να πιεί στη Χώρα.
Τα βουλετιά ερίξανε τινός θέλει να τύχουν
και τύχανε τα βουλετιά σε μια βασιλοπούλα,
όπου την έχει η μάνα της μία και ακριβούλα.
"-Το βίον όλον πάρτε μου, πάρτε και το παιδί μου
πάρτε και την κορόνα μου που’χω στην κεφαλή μου."
Λαός πέφτει αρίθμητος, στο βασιλιά πηγαίνει
"-Για δος μας το παιδάκι σου, μη πάρουμε και σένα."
"-Πάρτε το και στολίστε το και κάνετέ το νύφη
και αμέτε το στον δράκοντα να το γλυκομασίσει."
Στα χείλια πα του πηγαδιού του βάλαν αλυσίδα
και δέσανε την άμοιρη άτυχη κορασίδα.
Ο Γιώργης εσηκώθηκε, λέγει να την γλιτώσει
και από το άγριο θεριό να την ελευθερώσει.
Το βρίγο του καβάντισε και τον εδεποτίζει,
στα χείλια πα στου πηγαδιού πηγαίνει και καθίζει.
"-Σύρε, σύρε αφέντη μου, μη φάει και εσένα
τούτο το άγριο θεριό που θε να φάει εμένα."
"-Άφησμι κόρη μου, άφησμι λίγο ύπνο να πάρω
και εγώ φονεύω το θεριό και από εδώ σε βγάνω."
"-Ξύπνα, ξύπνα αφέντη μου και το νερό αφρίζει
και ο δράκοντας τα δόντια του για μένα τ’ακονίζει."
Ο Γιώργης εσηκώθηκε σαν παραλογισμένος
και το κοντάρι άρπαξε, σαν πού’ταν μαθημένος.
Μια κονταριά του έδωκε και τού’ρθε μες στο στόμα
και καταγής τον ξάπλωσε σαν τον νεκρό στο χώμα.
"-Σύρε κόρη μ’ στο σπίτι σου, σύρε και στους γονείς σου
και πες τους ποιος σου χάρισε σήμερα τη ζωή σου."
Ο βασιλιάς σαν τ’ άκουσε πολύ χαρά του κάνει
"-Το βίον όλον πάρε μου, πάρε και το παιδί μου,
πάρε και την κορόνα μου πού’χω στην κεφαλή μου."
"-Χαίρε βασιλέα το σπίτι σου, χαίρε και το παιδί σου
χαίρε και την κορόνα σου πού’χεις στην κεφαλή σου.
Θέλεις να κάνεις χάρισμα, κάνε μιαν εκκλησία
και βάλε και ζωγράφισε Χριστό και Πανάγια
και από την μπάντα την δεξιά βάλε έναν καβαλάρη
αρματωμένο με σπαθί και με χρυσό κοντάρι."

.

Σάββατο 14 Απριλίου 2012

Ευχές για καλή Ανάσταση

Για μια ακόμη φορά το Πάσχα με βρίσκει στο χωριό. Και μπορεί να μην έχω ποτέ βρεθεί αλλού την ημέρα αυτή, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν το έχω και ποτέ επιθυμήσει. Χαίρομαι που βρίσκομαι εδώ, σαν να είναι κάθε φορά η πρώτη, σαν να ξαναζώ τα πάντα για πρώτη φορά.
Εύχομαι σε όλους να περάσουν την ημέρα αυτή με χαρά μαζί με τα αγαπημένα τους πρόσωπα.
Ο καθένας μας να αποκτήσει ό,τι έχει πραγματικά ανάγκη, μαζί με υγεία, αγάπη και αξιοπρέπεια.
Και ας κρατήσουμε αυτά που μας στηρίζουν στο δρόμο μας, γιατί τα New Age αρκετό κακό μας κάνανε!
Καλή ανάσταση!

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

Το μοιρολόι της Παναγίας

Λαϊκή ποίηση: μία τέχνη αυθόρμητη, δημιουργημένη από την αβίαστη ανάγκη του ατόμου και συνάμα του συνόλου να εκφράσει με δικά του λόγια θέματα που τον απασχολούν, τον χαροποιούν, τον λυπούν. Μία τέχνη που δεν γνωρίζεθ περιορισμούς στο θέμα, την μελωδία και τον τόπο και τρόπο εκφοράς, αλλά δημιουργεί τραγούδια χαράς και μοιρολόγια με την ίδια ευκολία.
Το μοιρολόι της Παναγίας, ιδιαίτερο δείγμα της τέχνης αυτής, αποτελεί μια εκλαϊκευμένη αφήγηση των γεγονότων του Πάθους, ειδωμένων συμβατικά μέσα από τα μάτια της Παναγίας, χωρίς ουσιαστικά καμία αντιστοιχία με τις αφηγήσεις των Ευαγγελίων. Σε πολλές περιοχές ψάλλεται γύρω από τον Εσταυρωμένο ή και απαγγέλλεται σαν ποίημα, όπως θυμάμαι εγώ να κάνει η γιαγιά μου.
Είναι από εκείνες τις εικόνες, που μας κάνουν να αισθανόμαστε σαν να πέρασαν από την εποχή, που εμείς είμασταν μικρά παιδιά, αιώνες. Αλλιώς δεν μπορώ να εξηγήσω την διαφορά που χωρίζει τα δική μου παιδικά βιώματα από εκείνα των σημερινών παιδιών.

Σήμερα μαύρος Ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα όλοι θλίβουνται και τα βουνά λυπούνται.
Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Οβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά κι' οι τρισκαταραμένοι,
για να σταυρώσουν το Χριστό, τον Μέγα Βασιλέα.
Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι,
να λάβει δείπνον μυστικόν για να τον λάβουν όλοι.
Κι' η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,
τας προσευχάς της έκανε για το μονογενή της.
Φωνή τους ήρθ' εξ Ουρανού κι απ' Αρχαγγέλου στόμα:
-Φτάνουν κυρά μου οι προσευχές, φτάνουνε κι οι μετάνοιες,
το γυιό σου τον επιάσανε και στο φονιά τον πάνε
και στου Πιλάτου την αυλή, εκεί τον τυραγνάνε.
-Χαλκιά-χαλκιά, φτιάσε καρφιά, φτιάσε τρία περόνια.
Και κείνος ο παράνομος βαρεί και φτάχνει πέντε.
-Συ Φαραέ, που τά 'φτιασες πρέπει να μας διδάξεις.
-Βάλτε τα δυο στα χέρια του και τ' άλλα δυο στα πόδια,
το πέμπτο το φαρμακερό βάλε το στην καρδιά του,
να στάξει αίμα και νερό, να λιγωθεί η καρδιά του.
Κι' η Παναγιά σαν τάκουσε έπεσε και λιγώθη,
σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο,
για να της ερθ' ο λογισμός, για να της έρθει ο νους της.
Κι' όταν της ηρθ' ο λογισμός, κι' όταν της ηρθ' ο νους της,
ζητά μαχαίρι να σφαγεί, ζητά φωτιά να πέσει,
ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί για το μονογενή της.
-Μην σφάζεσαι, Μανούλα μου, δεν σφάζονται οι μανάδες.
Μην καίγεσαι, Μανούλα μου, δεν καίγονται οι μανάδες.
Λάβε, κυρά μ' υπομονή, λάβε, κύρά μ' ανέση.
-Και πώς να λάβω υπομονή και πώς να λάβω ανέση,
που έχω γυιο μονογενή και κείνον Σταυρωμένον.
Κι' η Μάρθα κι' η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα
και του Ιακώβου η αδερφή, κι' οι τέσσερες αντάμα,
επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι
και το στρατί τους έβγαλε μες του ληστή την πόρτα.
-Άνοιξε πόρτα του ληστού και πόρτα του Πιλάτου.
Κι' η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.
Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζει,
τηράει δεξιώτερα βλέπει τον Αϊγιάννη,
Αγιέ μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γυιου μου,
μην είδες τον υγιόκα μου και τον διδάσκαλόν σου;
-Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω,
δεν έχω χεροπάλαμα για να σου τόνε δείξω.
Βλέπεις Εκείνον το γυμνό, τον παραπονεμένο,
οπού φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο,
οπού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;
Αυτός είναι ο γυιόκας σου και με ο δάσκαλός μου!
Κι' η Παναγιά πλησίασε, γλυκά τον αγκαλιάζει.
-Δε μου μιλάς παιδάκι μου, δε μου μιλάς παιδί μου;
-Τι να σου πω, Μανούλα μου, που διάφορο δεν έχεις·
μόνο το μέγα Σάββατο κατά το μεσονύχτι,
που θα λαλήσει ο πετεινός και θα βαρούν καμπάνες,
τότε και συ, Μανούλα μου, θά 'χεις χαρά μεγάλη!
Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα Ουράνια,
σημαίνει κι' η Άγια Σοφία με τις πολλές καμπάνες.
Όποιος τ' ακούει σώζεται κι' όποιος το λέει αγιάζει,
κι' όποιος το καλοφουγκραστεί Παράδεισο θα λάβει,
Παράδεισο και λίβανο απ' τον Άγιο Τάφο.