Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014

Γιατί τιμούμε τους πεσόντες στους εθνικούς αγώνες;

Οι ανθρώπινες κοινωνίες από τα αρχαία χρόνια συνηθίζουν να αποδίδουν τιμή σε εκείνα τα μέλη τους, που σε κρίσιμες στιγμές της ιστορίας του έθνους επέδειξαν αυταπάρνηση και δέχτηκαν να θυσιάσουν την ζωή τους για χάρη της πατρίδας. Την ίδια τιμή συνεχίζουμε να αποδίδουμε κι εμείς και μάλιστα με μεγαλύτερη συγκίνηση για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, καθώς οι άνθρωποι τους οποίους θυμόμαστε σήμερα δεν απέχουν πολύ χρονικά από εμάς – ίσως, μάλιστα, οι γεροντότεροι να τους γνώριζαν κιόλας.
Για ποιόν λόγο, όμως, νιώθουμε την ανάγκη να τιμήσουμε τους πεσόντες; Γιατί νιώθουμε συγκίνηση και υπερηφάνεια όταν συγκεντρωνόμαστε προς τιμήν τους;
Ο πρώτος λόγος είναι ίσως η αυταπάρνησή τους. Είναι, νομίζω, δύσκολο να μείνει κάποιος ασυγκίνητος μπροστά στην εκούσια θυσία της ζωής ενός ανθρώπου. Ιδιαίτερα σε κοινωνίες και εποχές όπως η δική μας, όπου το ατομικό συμφέρον προηγείται του συλλογικού, το να δεχτεί κάποιος να δώσει την ζωή του για όλους τους υπόλοιπους φαντάζει εξωπραγματικό. Για τον λόγο αυτό, επειδή δηλαδή οι άνθρωποι αυτοί ξεπέρασαν τον μέσο όρο της κοινωνίας στην οποία ανήκαν, χαρακτηρίζονται ήρωες και δέχονται τιμές.
Εξίσου σημαντικός λόγος είναι και ο θαυμασμός μας για τον σκοπό της θυσίας των ανθρώπων αυτών. Η φράση ὑπὲρ βωμῶν καὶ ἐστιῶν που χρησιμοποιούσαν οι Αρχαίοι Έλληνες δηλώνει ακριβώς ότι ο εκούσιος θάνατος των ανθρώπων αυτών έχει σκοπό να προστατεύσει το σπίτι τους και τα ιερά τους, δηλαδή τα αγαπημένα τους πρόσωπα και τους ιερούς τους χώρους. Με άλλα λόγια, ο θάνατός τους στοχεύει στην διάσωση της ηθικής, πνευματικής και υλικής κληρονομιάς μας, ώστε αυτή να μπορέσει να παραδοθεί στις επόμενες γενιές και κυρίως σε συνθήκες ελευθερίας.
Η ελευθερία αυτή είναι και ο τελευταίος αλλά βασικότερος ίσως λόγος της απόδοσης τιμής στους πεσόντες. Αποτελεί κοινή πεποίθηση όλων μας ότι η ελευθερία και τα οφέλη της, που απολαμβάνουμε εμείς, είναι αποτέλεσμα των αγώνων και των θυσιών των προγόνων μας. Είναι η πρώτη σκέψη που κάνουμε αν ερωτηθούμε «γιατί τιμούμε τις εθνικές επετείους;». Πράγματι, η αυτοθυσία των προγόνων μας είναι ο βασικότερος παράγοντας που συνετέλεσε στο να αλλάξει η πορεία της ιστορίας και να καταφέρει ο λαός μας να κερδίσει ή να διατηρήσει την ελευθερία του, όταν όλες οι συνθήκες ήταν αντίθετες. Υπό μία έννοια, λοιπόν, η όποια υλική ή πνευματική κατάκτηση μιας εποχής έχει ως βάση της τις θυσίες των ανθρώπων περασμένων εποχών.
Είναι, επομένως, φανερό ότι η παρουσία μας και η συμμετοχή μας σε οποιαδήποτε τιμητική εκδήλωση για τους πεσόντες προγόνους μας δεν είναι ούτε έθιμο ούτε συνήθεια. Είναι η υποχρέωσή μας να διατηρήσουμε και να τιμήσουμε την μνήμη όσων αγωνίστηκαν ή και πέθαναν στο αλβανικό μέτωπο ή σε άλλους αγώνες σκεπτόμενοι τις γενιές που θα έρθουν, δηλαδή εμάς.

(Εκφωνήθηκε σήμερα κατά την επιμνημόσυνη δέηση στο ηρώο του χωριού. Ευχαριστώ όσους είχαν την ιδέα)

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2014

Ερμηνεία της εφεστίου εικόνας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Η εορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου αποτελεί την σπουδαιότερη από τις Θεομητορικές εορτές, εκείνες δηλαδή που τιμούν γεγονότα σχετιζόμενα με την επίγεια ζωή της μητέρας του Χριστού. 
Γενικώς, η μορφή της Θεοτόκου ελάχιστα μνημονεύεται στην Καινή Διαθήκη. Μάλιστα, οι περισσότερες από τις εορτές προς τιμήν της, όπως η Σύλληψις (9 Δεκεμβρίου), το Γενέσιον (8 Σεπτεμβρίου) και τα Εισόδια (9 Νοεμβρίου) αναφέρονται σε γεγονότα της ζωής της, τα οποία δεν περιγράφονται σε κανένα από τα τέσσερα Κανονικά Ευαγγέλια (εξαίρεση αποτελεί μόνον η εορτή του Ευαγγελισμού). Κειμενικές βάσεις των εορτών αυτών είναι τα απόκρυφα ευαγγέλια, και κυρίως το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου, το οποίο εστιάζει στον βίο της Παναγίας. Το ίδιο περίπου ισχύει και για την εορτή της Κοιμήσεως, που βασίζεται επίσης σε απόκρυφες διηγήσεις, κυρίως στα ψευδεπίγραφα κείμενα που παραδίδονται στα χειρόγραφα με τους τίτλους Τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου λόγος εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Ἁγίας Θεοτόκου (στα ελληνικά), De transitu Beatae Mariae Virginis ή Transitus Mariae A (Περὶ τῆς μεταστάσεως τῆς Εὐλογημένης Παρθένου Μαρίας, στα λατινικά) και Sancti Melitonis, episcopi Sardensis, Liber de transitu Virginis Mariae ή De transitu Mariae B (Τοῦ Ἁγίου Μελίτωνος, ἐπισκόπου Σάρδεων, Βιβλίον περὶ τῆς μεταστάσεως τῆς Παρθένου Μαρίας, στα λατινικά).
Διευκρινίζεται, βέβαια, ότι το ψευδεπίγραφο ή απόκρυφο των κειμένων δεν υποβαθμίζει την αλήθεια των γεγονότων. Τα κείμενα αυτά αποτυπώνουν την εκκλησιαστική παράδοση, η οποία έχει την ίδια ισχύ με όσα γνωρίζουμε από τα παραδεκτά κείμενα της Αγίας Γραφής. Άλλωστε, ο Μέγας Βασίλειος υποστηρίζει σχετικά με τα «δόγματα»  (διδασκαλία βασιζόμενη στην Αγία Γραφή) και τα «κηρύγματα» (διδασκαλία βασιζόμενη στην παράδοση) ότι εἰ γὰρ ἐπιχειρήσαιμεν τὰ ἄγραφα τῶν ἐθῶν, ὡς μὴ μεγάλην ἔχοντα τὴν δύναμιν, παραιτεῖσθαι, λάθοιμεν ἂν εἰς αὐτὰ τὰ καίρια ζημιοῦντες τὸ Εὐαγγέλιον, μᾶλλον δὲ εἰς ὄνομα ψιλὸν περιϊστῶντες τὸ κήρυγμα (εάν επιχειρούσαμε να απορρίψουμε την άγραφη παράδοση, με την δικαιολογία ότι δήθεν δεν έχουν μεγάλη ισχύ, θα διαπράτταμε σφάλμα στα πιο σημαντικά ζητήματα ζημιώνοντας το Ευαγγέλιο ή μάλλον υποβιβάζοντας το κήρυγμα στο επίπεδο της λέξης).
Με βάση τα παραπάνω, είναι φυσικό και οι εικόνες των αντίστοιχων θεομητορικών εορτών να απεικονίζουν τα γεγονότα με βάση τα αναφερθέντα κείμενα, ενσωματώνοντας κατά περίπτωση πληροφορίες που μόνο από την παράδοση (μέσω των ψευδεπίγραφων κειμένων) είναι γνωστές. 
Τα κείμενα συμφωνούν ως προς τα βασικά σημεία της κοίμησης της Θεοτόκου: η Παναγία, ενώ προσεύχεται στον Πανάγιο Τάφο, ειδοποιείται από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ ότι επίκειται η κοίμησή της. Αφού επιστρέφει στην οικία της για να συνεχίσει την προσευχή, αρχίζουν να φτάνουν διαδοχικά θαυματουργικά οι Απόστολοι, αρχικά ο Ιωάννης και έπειτα όλοι οι υπόλοιποι. Μάλιστα, οι Ανδρέας, Φίλιππος, Λουκάς, Σίμων ο Καναναίος και Θαδαίος, οι οποίοι είχαν ήδη πεθάνει, ανασταίνονται από τους τάφους τους και παρίστανται στην οικία της Παναγίας. Μετά από την ομαδική προσευχή της Θεοτόκου και των Αποστόλων φτάνει ο Χριστός συνοδευόμενος από τα Σεραφείμ, γεγονός που προκαλεί την θορύβηση των Ιουδαίων. Μετά την συνομιλία της με τον Χριστό, η Θεοτόκος παραδίδει το πνεύμα της και οι Απόστολοι αίρουν το κρεβάτι όπου κείται το σώμα της για να το μεταφέρουν στην Γεθσημανή προς ενταφιασμό. Ένας, όμως, από τους Ιουδαίους, ο Ιεφονίας, πλησιάζει το κρεβάτι και επιχειρεί να το ανατρέψει. Τότε, από αόρατη δύναμη τα χέρια του κόβονται και μένουν κολλημένα στο νεκρικό κρεβάτι. Μετά από προτροπή του Αποστόλου Πέτρου, ο Ιεφονίας μετανοεί και τα χέρια του ξαναβρίσκουν την θέση τους. Τελικά, το σώμα της Θεοτόκου αποτίθεται στο μνήμα, ενώ φωνές από τον Παράδεισο ακούγονται να υμνούν. Οι φωνές αυτές σταματούν την τρίτη ημέρα, κι έτσι οι Απόστολοι καταλαβαίνουν ότι το σώμα της Θεοτόκου ανελήφθη.
Σχετικά με την τυπολογία της εικόνας της Κοίμησης πρέπει να παρατηρήσουμε ότι περιλαμβάνει από ένα μέχρι πέντε διαφορετικά στοιχεία, συνδυασμένα με αρκετούς τρόπους: η βασική παράσταση απεικονίζει το νεκρό σώμα της Παναγίας, περιστοιχιζόμενο από τους Αποστόλους που θρηνούν και τον Χριστό, με την συνοδεία Αγγέλων, να κρατά την ψυχή της με την μορφή φασκιωμένου βρέφους. Συναντάται, επίσης, η σκηνή της αποκοπής των χειρών του θρασέως Ιουδαίου από τον Άγγελο, η μεταφορά των Αποστόλων από τα πέρατα της γης πάνω σε σύννεφα, η μετάσταση του αναστημένου σώματος της Θεοτόκου στους ουρανούς και, τέλος, η παράδοση της Αγίας Ζώνης από την Θεοτόκο στον Απόστολο Θωμά. 
Οι τρείς πρώτες παραστάσεις αναφέρονται από όλες τις πηγές, με ελάχιστες παραλλαγές όσον αφορά την παρουσία των ιεραρχών Ιακώβου του Αδελφοθέου, Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, Τιμοθέου και Ιεροθέου. Η παράδοση περί της παρουσίας των τριών αυτών ιεραρχών στην Κοίμηση της Θεοτόκου φτάνει ως εμάς αρχικά από το έργο Περὶ θείων ὀνομάτων του Ψευδο-Διονυσίου του Αρεπαγίτη, αλλά και από τα έργα του Ανδρέα Κρήτης (Λόγος α΄ εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, 79Β- 80D). Έτσι, σε πολλές παραστάσεις της Κοίμησης, μεταξύ των Αποστόλων, που ξεχωρίζουν από το γνωστό στην ορθόδοξη εικονογραφία άχρονο ένδυμά τους, που χρησιμοποιείται για την απεικόνιση των αγίων μορφών όλων των αιώνων (δηλαδή το ιμάτιο και ο χιτώνας), διακρίνονται και τρεις ή τέσσερις μορφές ενδεδυμένες αρχιερατική στολή. Συνήθως δε, οι μορφές αυτές κρατούν στα χέρια τους ανοιχτά βιβλία, υπονοώντας ότι τα χρησιμοποιούν για να ψάλλουν εξόδιους ύμνους προς την Θεοτόκο, όπως αναφέρουν οι πηγές. 
Σε όλες τις παραστάσεις ο Χριστός παρευρίσκεται στην σκηνή, κρατώντας ήδη την ψυχή της Θεοτόκου με τα χέρια καλυμμένα με την άκρη του ιματίου του, χειρονομία που στην ορθόδξη εικονογραφία δηλώνει την ιερότητα του βασταζόμενου αντικειμένου (βλ. το Ευαγγέλιο στα καλυμμένα χέρια των ιερωμένων Αγίων). Ο Χριστός συνοδεύεται από στρατό ουρανίων δυνάμεων, ενώ συχνά περιβάλλεται από «δόξα», δηλαδή σχηματοποιημένο φως, που στην εικονογραφία δηλώνει την θεϊκή επιφάνεια. 
Η σκηνή της αποκοπής των χειρών του Ιουδαίου που θέλησε να ανατρέψει από μίσος το νεκρικό κρεβάτι της Θεοτόκου εμφανίζεται, επίσης, με μεγάλη συχνότητα. Στο κείμενο του Ψευδο-Ιωάννη ονομάζεται  Ιεφονίας, όνομα με το οποίο έμεινε γνωστός στην παράδοση, ενώ στο Transitus Mariae A  αποκαλείται Ruben και στο Transitus Mariae B παραμένει ανώνυμος, όπως και σε όλες τις υπόλοιπες πηγές. Σύμφωνα με τα κείμενα, ο Ιουδαίος αυτός, ως ο πιο θρασύς από το πλήθος των Εβραίων που είχαν συγκεντρωθεί από μίσος για την Θεοτόκο και τους Αποστόλους, επιχείρησε να ανατρέψει την νεκρική κλίνη της. Τα χέρια του, όμως, αποκόπηκαν από αόρατη δύναμη (στις εικόνες εμφανίζεται Άγγελος με απειλητική χειρονομία) και έμειναν κρεμασμένα στο κρεβάτι, ώσπου μετανόησε και γιατρεύτηκε.
Σχετικά με την θαυματουργική μεταφορά των Αποστόλων από τα πέρατα της γης, οι τρεις αρχαιότερες πηγές βρίσκονται σε συμφωνία. Καθένας από τους Αποστόλους είχε αναλάβει να κηρύξει το Ευαγγέλιο σε μια διαφορετική γωνιά του κόσμου. Όταν ήρθε η ώρα να παραστούν ενώπιον της νεκρικής κλίνης της Θεοτόκου, νεφέλες τους άρπαξαν την ώρα που κήρυσσαν και τους μετέφεραν στο σπίτι της. Μάλιστα, το ελληνικό κείμενο του Ψευδο-Ιωάννη αναφέρει ότι αναστήθηκαν και εκείνοι από τους Αποστόλους, οι οποίοι είχαν ήδη πεθάνει: οι Ανδρέας, Φίλιππος, Λουκάς, Σίμων ο Καναναίος και Θαδδαίος. Τους διευκρινίζεται δε, σύμφωνα με το κείμενο, από το Άγιο Πνεύμα, ότι δεν αναστήθηκαν επειδή έφτασε η Δευτέρα Παρουσία, αλλά προκειμένου να τιμήσουν την μητέρα του Θεού, τώρα που έφτασε η ώρα της αποδημίας της. Έτσι, στην απεικόνιση της δια νεφελών μεταφοράς εμφανίζονται όλοι οι Απόστολοι, έξι στην δεξιά πλευρά και έξι στην αριστερή, να επιβαίνουν σε σύννεφα, συχνά με βλέμμα γεμάτο απορία για το θαύμα που συντελείται. Άλλοτε ο κάθε Απόστολος επιβαίνει σε ξεχωριστή νεφέλη (οπότε μπορεί σε ορισμένες εικόνες να συνοδεύεται από έναν άγγελο), ενώ άλλοτε οι Απόστολοι είναι χωρισμένοι σε ομάδες των έξι, καθεμιά από τις οποίες επιβαίνει σε ένα μεγάλο σύννεφο.
Ανάμεσα στις δύο ομάδες των Αποστόλων συχνά απεικονίζεται και η ίδια η Θεοτόκος να αναλαμβάνεται στους Ουρανούς, ενίοτε με την συνοδεία Αγγέλων. Σύμφωνα με τις πηγές, η ανάληψη της Θεοτόκου συνέβη την τρίτη μέρα μετά την απόθεση του σώματός της στον τάφο της Γεθσημανής και αφού η ψυχή της είχε ενωθεί ξανά με το σώμα της. 
Τελευταίο στοιχείο που προστίθεται στην εικόνα της Κοίμησης είναι η παράδοση της Αγίας Ζώνης από την ίδια την Παναγία στον Απόστολο Θωμά. Την διήγηση αυτή συναντούμε για πρώτη φορά στο Transitus Mariae A (§ 17): Τότε ο ευλογημένος Θωμάς οδηγήθηκε αμέσως (ενν. δια νεφέλης) στο Όρος των Ελαιών και είδε το ευλογημένο σώμα να κατευθύνεται στον ουρανό και άρχισε να φωνάζει και να λέει: «Μητέρα αγία, μητέρα ευλογημένη, μητέρα αμόλυντη, αν το ότι σε βλέπω σημαίνει ότι έχω την εύνοιά σου, χαροποίησε τον δούλο σου με την μεγαλοψυχία σου, αφού πηγαίνεις στον ουρανό». Τότε η ζώνη, με την οποία οι απόστολοι είχαν τυλίξει το άγιο σώμα (της), πετάχτηκε στον ευλογημένο Θωμά από τον ουρανό. Αφού την πήρε, την ασπάστηκε και ευχαριστώντας τον Θεό ήρθε έπειτα στην κοιλάδα του Ιωσαφάτ.  
Η εφέστιος εικόνα του ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Ηράκλειας, φιλοτεχνημένη από τον Θεόκλητο Τσαλπατούρο (πιθανότατα μοναχό) στον Πύργο κατά το 1879, ανήκει στον πληρέστερο τύπο, καθώς ενσωματώνει και τις πέντε διαφορετικές σκηνές που προαναφέραμε. Από αυτήν την άποψη εναρμονίζεται με την τάση του 19ου αιώνα, οπότε ιστορήθηκε.
Η εικόνα διαιρείται σε δύο τμήματα: το κατώτερο καταλαμβάνει τα δύο τρίτα της επιφάνειας και απεικονίζει την νεκρική κλίνη της Θεοτόκου περιστοιχισμένη από τους Αποστόλους και τις τρεις μορφές ιεραρχών, πιθανότατα του Ιακώβου του Αδελφοθέου, του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου και του Τιμοθέου, καθώς ο Ιερόθεος σπανίως απεικονίζεται. Οι δύο κρατούν ανοιχτά βιβλία από τα οποία διαβάζουν (μάλλον ψάλλουν), ενώ ο τρίτος, πιθανότερα ο Ιάκωβος, κρατά κλειστό βιβλίο και θυμιατήριο, με το οποίο θυμιά το σώμα της Θεοτόκου. 
Στο βάθος πλήθος γυναικείων και ανδρικών μορφών συνωστίζονται, με τις γυναίκες να θρηνούν, όπως δηλώνει το σκούπισμα του προσώπου με την άκρη του ιματίου τους. Η απεικόνιση των μορφών αυτών αποτελεί πρωτότυπο στοιχείο στην παράστηση, που φαίνεται ότι έχει και πρακτικό σκοπό, να γεμίσει δηλαδή τον κενό χώρο της εικόνας, που προκύπτει λόγω των μεγάλων της διαστάσεων.
Από τους Αποστόλους οι περισσότεροι φανερά θρηνούν, όπως ο Πέτρος στην κεφαλή της Παναγίας και ο Ιωάννης στο πλάι της, ενώ όλοι απεικονίζονται με θλιμμένο πρόσωπο και περιπαθή στάση.
Πάνω από την χορεία των Αποστόλων απεικονίζεται μέσα σε κατακόρυφη «δόξα» ο Χριστός με σκουρόχρωμα ρούχα να κρατά την ψυχή της Θεοτόκου με την μορφή σπαργανωμένου βρέφους, που έχει, ωστόσο, σαφή θηλυκά χαρακτηριστικά προσώπου. Τον Χριστό πλαισιώνουν δύο ομάδες Αγγέλων, ενδεδυμένων στολή διακόνου, καθένας από τους οποίους κρατά αναμμένη λαμπάδα. Η στάση υπόκλισης των Αγγέλων δείχνει σεβασμό, ενώ τα πρόσωπα τους είναι χαρούμενα, αφού υποδέχονται πλέον στον ουρανό την Θεοτόκο. 
Στην βάση της εικόνας απεικονίζεται η σκηνή της αποκοπής των χειρών του Ιεφονίας. Ο άγγελος με μια απειλητική χειρονομία απαγορεύει την προσέγγιση στο νεκρικό κρεβάτι της Παναγίας. Ο Ιεφονίας γονατισμένος τον κοιτάζει με απορία και μίσος, ενώ τα χέρια του κρέμονται από το σεντόνι του κρεβατιού. 
Στο ανώτερο μέρος της εικόνας 12 νεφέλες μεταφέρουν τους Αποστόλους. Στην κορυφή της κατακόρυφης «δόξας», που περιέχει και τον Χριστό, βρίσκεται η Παναγία με λευκά ρούχα, καθώς αναλαμβάνεται στον Ουρανό. Στα δεξιά της ο απόστολος Θωμάς, επιβαίνοντας κι αυτός σε νεφέλη, η οποία, όμως, είναι ενσωματωμένη στα νέφη που ορίζουν την «δόξα», παραλαμβάνει από το χέρι της την Αγία Ζώνη.
Πρόκειται, πράγματι, για εξαιρετική εικόνα. Το πλήθος των μορφών, η εκφραστικότητα των προσώπων και των σωμάτων, η αρμονία των χρωμάτων αλλά και η γνώση της ιστορίας και της θεολογίας της εικόνας της Κοιμήσεως, αποδεικνύουν ότι ο αγιογράφος ήταν όχι μόνο ταλαντούχος, αλλά και βαθύς γνώστης της εκκλησιαστικής παράδοσης. Το ίδιο μπορεί κανείς να διαπιστώσει μελετώντας όλο το εικονογραφικό πρόγραμμα του τέμπλου του ναού, που φαίνεται να βγήκε από τα χέρια του. Η ανάγκη για περαιτέρω μελέτη του έργου του, επομένως, είναι προφανής.

(Το άρθρο δημοσιεύται ταυτόχρονα στο ιστολόγιό μου Τέχνες Ευσεβείας με ορισμένες τροποποιήσεις)

Το παρόν άρθρο αποτελεί μέρος του κύκλου αναρτήσεων με θέμα την ιστορία και την αρχαιολογική αξία του Ιερού Ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Βλ. πάνω δεξιά την στήλη με τίτλο "Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου".

Κυριακή 6 Απριλίου 2014

Φύσις θέλγουσα

Δύο είναι τα δυνατά συναισθήματα, τα συνδεόμενα με τον τόπο: η αγαλλίαση που προσφέρει η φύση, (ειδικά την εποχή της άνοιξης, όταν "οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ" μπορεί να συγκριθεί μαζί της) και η θαλπωρή που προσφέρει ο γενέθλιος τόπος, ο γνώριμος σε κάθε του γωνιά. Όταν, μάλιστα, τα συναισθήματα αυτά συνδυάζονται σε μία και μόνη στιγμή, που η αναγεννώμενη φύση του γενέθλιου τόπου γίνεται το μοναδικό πράγμα που μπορείς να σκεφτείς και να νιώσεις γύρω σου, τότε η δύναμη των συναισθημάτων είναι απερίγραπτη.
Όλες οι αποχρώσεις των χρωμάτων, όλες οι ευωδιές των λουλουδιών, όλα τα ζώα, από τα μικρότερα ως τα μεγαλύτερα, μοιάζουν τότε τόσο οικεία αλλά και τόσο πρωτόγνωρα: πρωτόγνωρα γιατί η άνοιξη μεταμορφώνει τον τόπο σε σκηνικό γιορτής, αλλά και οικεία, γιατί δεν υπάρχει ούτε χαλίκι του τόπου που μεγάλωσες, που να μην το έχεις ξαναπεριεργαστεί.

Στην κορυφή του βουνού νερό και καβουρότρυπες:
η φύση παρέχει κάθε τι χρήσιμο.

Και περπατάς - ή καλύτερα ίπτασαι -  σε μέρη που ακόμη και πριν από αιώνες άνθρωποι ξαναπερπατούσαν, φρόντιζαν την γη, έτρωγαν, έπιναν, προσεύχονταν - είτε έμεινε εκεί σημάδι να το θυμίζει, είτε όχι.

Αγιάννης: εκεί που κάποτε ακουγόταν προσευχή.

Τελειώνεις, λοιπόν, τον περίπατο με τα πόδια λυμένα και από την χαρά και από την κούραση, αλλά την ανάταση των ωρών που προηγήθηκαν ξέρεις ότι θα την φέρεις για την υπόλοιπη ζωή σου, όχι απλά για τις επόμενες ημέρες.

Αγραπιδιά: η νύφη της άνοιξης. 

Κάστρο απόρθητο, φτιαγμένο από την φύση.
Η φωτιά αλλού δεν άγγιξε, αλλού τραυμάτισε,
αλλού κατέστρεψε τελείως και αλλού ξαναγέννησε.
Η μαγευτική απλότητα της επινοητικότητας
και της καλύβας.
Παλιοχώρι: σε αυτό το λευκό σεντόνι
 ίσως κάποτε έπαιζαν παιδιά.


Τρίτη 25 Μαρτίου 2014

Ο ναός της Ευαγγελίστριας και η ιστορία του

Αποτελεί τον μοναδικό στην μητρόπολη Ηλείας κοιμητηριακό ναό, αφιερωμένο στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Χτίστηκε το 1911, άγνωστο μέχρι στιγμής από ποιούς μαστόρους, και φιλοξενεί στην γύρω του έκταση το κοιμητήριο της ενορίας από το 1939.
Παρότι έπαθε σοβαρές ζημιές από τον σεισμό του 1993 (που συνέβη σαν αύριο), επισκευάστηκε και ευτυχώς παρέμεινε όρθιος με μόνη απώλεια των αψιδωτό καμπαναριό του, να εντυπωσιάζει με την προσεγμένη του λιθοδομή, με την "καστρόπορτα" που οδηγεί στο κοιμητήριο και με το εξαιρετικό εικονοστάσι στην είσοδό της αυλής του, φτιαγμένο το 1932.
Οι τέσσερις δεσποτικές εικόνες του τέμπλου του, μαζί με την εικόνα της Δέησης, είναι έργο της σπουδαίας αγιογραφικής αδελφότητας των Αβραμαίων από την Νέα Σκήτη του Αγίου Όρους. Φαίνεται, μάλιστα, ότι η παραγγελία τους έγινε με πρωτοβουλία του τότε επιτρόπου Κωνσταντίνου Τσατά, του οποίου ο αδελφός μόναζε στο Άγιο Όρος.
Σε παλαιότερες εποχές, ανήμερα της γιορτής συγκέντρωνε κόσμο από όλα τα διπλανά χωριά, κυρίως από το Πουρνάρι, που παρευρισκόταν ολόκληρο. Πλέον, μαζί με τα χωριά, έχασε και η Ευαγγελίστρια τον κόσμο της. Φυσική εξέλιξη των πραγμάτων (;).

Χρόνια πολλά σε όλους!












Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Παπα-Χαράλαμπος Χριστόπουλος, ο Περσεναίος

Δεν είναι συγκινητική, άραγε, η διαπίστωση ότι ένα και μόνο πρόσωπο μπορεί να συνδέσει πολλούς διαφορετικούς τόπους; Αυτή είναι μία από τις σκέψεις που έκανα, διαβάζοντας το παρακάτω κείμενο του κ. Λάκη Αργυρόπουλου για τον παπα-Χαράλαμπο Χριστόπουλο, τον Περσεναίο, που υπηρέτησε ως εφημέριος στο χωριό μας κατά την δεκαετία του 1940 και μέχρι την κοίμησή του, το 1953. 
Το κείμενο που δημοσιεύεται εδώ αποτελεί την ευγενική παραχώρηση των αναμνήσεων του κ. Αργυροπούλου, η οποία ήρθε ως απάντηση σε δική μου ερώτηση για τον εν λόγῳ ιερέα και την οποία του μετέφερε ο διαχειριστής της ιστοσελίδας www.persaina.gr, κύριος Τάσος Παπαμιχαλόπουλος. Η προθυμία και των δύο να με βοηθήσουν είναι μία απόδειξη ότι η αλληλοβοήθεια και η συλλογικότητα δεν εξαφανίστηκαν από την πατρίδα μας.
Και από αυτήν την θέση εκφράζω, λοιπόν, τις θερμότερες ευχαριστίες μου.

(ακολουθεί το κείμενο, όπως συντάχθηκε από τον κ. Αργυρόπουλο, δημοσιευμένο και στην διεύθυνση http://www.persaina.gr/pialphapi940-chialpharho940lambdaalphamupiomicronsigmaf-chirhoiotasigmatau972piomicronupsilonlambdaomicronsigmaf.html)


Παπά Χαράλαμπος Χριστόπουλος
του Λάκη Αργυρόπουλου

Αγαπητέ Τάσο. 

Χάρις σέ σένα , η μνήμη μου γύρισε πολλά χρόνια πίσω στήν δεκαετία τού 1950 όταν, μικρό παιδί τότε, άκουγα από τούς μεγάλους σέ ηλικία καί ιδιαίτερα τούς γέροντες, νά μιλούν γιά τόν παπα-Χαράλαμπο καί τήν οικογένειάν του.  Ο  μακαριστός Ιερέας έμενε στήν γειτονιά μου, τήν επάνω Ρούγα καί τό σπίτι μου απείχε 200μ. περίπου  από τό δικό μας. 

Γιά όλα αυτά πού θυμήθηκα πολύ  σέ ευχαριστώ. Ευελπιστώ δε ότι θά " διαφωτίσω", όσον είναι δυνατόν μέ όσα ακολουθούν, απορίες τού συμπατριώτη μας κ. Σ.Καράμπελα, από την Ηράκλεια Ηλείας που σου ζήτησε τις σχετικές πληροφορίες.  

΄Υστερα από 103, περίπου, χρόνια κυριαρχίας τους στήν Ηλεία, οι Τουρκαλβανοί Λαλαίοι άφηναν, στίς 25 Ιουνίου 1821, τά πολυτελή σπίτια καί χαρέμια τους στού Λάλα, φεύγοντας γιά τήν Πάτρα καί από εκεί στήν Σμύρνη. 

Οι κάτοικοι, τότε, τής ορεινής περιοχής μας πού, εξ αιτίας τού Τούρκου δυνάστη, ζούσαν σέ απόμακρες χαράδρες ή μικρές κοιλάδες τού Ερυμάνθου καί τών γύρω βουνών, αρχίζουν νά κατεβαίνουν σε χαμηλότερους καί εύφορους τόπους της Ηλείας. Έτσι οι Καλαβρυτινοί κατεβαίνουν, στήν μετέπειτα ονομασθείσα, Αμαλιάδα καί πληθαίνουν σιγά-σιγά τόν βλαχοποιμένικο οικισμό Καλλίτσα καί τόν παραδίπλα τουρκόφωνο Δερβίς Τσελεπή. 

Μερικές οικογένειες από τά μέρη τής Στρέζοβας (σημερινή Δάφνη), τής Βυτίνας καί τών Τροπαίων, επιλέγουν γιά νέο τόπο διαμονής τους τήν Πέρσαινα - μέ τίς πολλές πηγές και τά κρυσταλλένια νερά της - στήν οποία τότε κατοικούσαν, από πολλά χρόνια πρίν, οι οικογένειες τών Αργυροπουλαίων καί αργότερα τών Τσουμπαίων. Οι τελευταίοι, κατά μία πληροφορία, ήλθαν από τό Πουρνάρι, δίπλα στό Μπρούμα (σήμερα Ηράκλεια). 

Μία από τίς οικογένειες που, μεταξύ 1860-1870 περίπου, ήλθαν στήν Πέρσαινα ήταν η οικογένεια τών Μαλαβεταίων, όπως έλεγε ο αδελφός τού παππού μου Γιώργης Αργυρόπουλος ή Σπηλιογιώργης (πέθανε το 1960 σε ηλικία 78 ετών). Οι Μαλαβεταίοι έκτισαν τά σπίτια τους στήν επάνω Ρούγα τής Πέρσαινας. Ξεχέρσωσαν λόγγους φτιάχνοντας χωράφια - περιβόλια - αμπέλια, έγιναν νοικοκυραίοι, καθώς ήξεραν καί  τέχνες όπως κτίστες, μαραγκοί, βαγενάδες, σαμαράδες πού τούς απέδιδαν χρήματα ή άλλα έσοδα, σύμφωνα με τά καθιερωμένα τής εποχής εκείνης. 

Ο παπα-Χαράλαμπος ήταν παιδί εκείνης τής οικογένειας των Μαλαβεταίων. Τό επώνυμο Χριστόπουλος τό έλαβαν αργότερα γύρω στά 1930 ( μετά το Προεδρικό Διάταγμα "περί αλλαγής τών ξενόγλωσσων τοπωνυμιών  κ.λπ.") . Πότε ακριβώς γεννήθηκε δέν γνωρίζω. Συχνά άκουγα από τούς γέροντες, στήν δεκαετία τού 1950, πώς γύρω στά 1920 φόρεσε τά ράσα καί έγινε Ιερέας. Ποιά ήταν η γυναίκα του καί πόσα παιδιά είχε δέν θυμάμαι, άν καί οι γιαγιάδες μου τά έλεγαν κάθε φορά πού η κουβέντα ερχόταν γι΄αυτόν, κάθ΄όσον τό σπίτι του απείχε 200μ. περίπου από το δικό μας. Γνωρίζω όμως, με βεβαιότητα, ότι μία του κόρη παντρεύτηκε στού Σμίλα καί είναι η μητέρα τού μετέπειτα Βουλευτή Ηλείας καί Δημάρχου Αρχαίας Ολυμπίας Ιωάννη Σκουλαρίκη. 

Ο τελευταίος, από το 1974 όταν ερχόταν στήν Πέρσαινα γιά προεκλογικούς λόγους, πήγαινε καί έβλεπε το σπίτι της μητέρας καί τού παπού του παππά Χαράλαμπου.Τό έβρισκε όπως το θυμόταν μικρός πού, όπως έλεγε, ερχόταν από τού Σμίλα με τήν μητέρα του γιά να ιδούν τούς συγγενείς τους. Τό σπίτι αυτό, όπως καί μερικά χωράφια του, σήμερα ανήκουν στόν Ανδρέα Αναστασόπουλο, τα δε τοπωνύμια των χωραφιών, ακόμη, έχουν  τ΄ονομά του '' στού παπα Χαράλαμπου" λένε οι περσαιναίοι. 

Είχε δε ο παπα Χαράλαμπος αδέλφια, τόν Μέλτη καί τόν Χρήστο ( εάν είχε άλλα δέν γνωρίζω). Ο πρώτος έφυγε από τήν Πέρσαινα μετά τό 1945 γιά τόν Αη Γιώργη τού Πύργου, όπου οικογενειακώς εγκαταστάθηκε. Ο δεύτερος πέθανε, όπως θυμάμαι, το 1952 στήν Πέρσαινα, ο δε γιός του, πού καί αυτός έγινε ιερέας (ο παπα Μήτσος) άφησε τό χωριό μας τό 1959, παίρνοντας τήν οικογενειά του γιά τόν Αη Γιώργη τού Πύργου καί αυτός. Ο ένας "τραβούσε" τόν άλλον κοντά του. Μιά αδελφή τους, η Γιωργία, παντρεύτηκε στήν Πέρσαινα τόν Θανάση Αθανασόπουλο (ή Δράκο) πού έμεναν στήν επάνω Ρούγα (σχεδόν μέ μεγάλωσε η θειά Δράκαινα όπως τήν φωναζαμε όλοι μας τότε). Τής γυναίκας αυτής υπάρχουν, σήμερα, στήν Πέρσαινα απόγονοι, απ΄ όλη τήν οικογένεια τών Χριστοπουλαίων (Μαλαβεταίων).

Αυτά γνωρίζω γιά τόν Μακαριστό Ιερέα Χαράλαμπο Χριστόπουλο.Ελπίζω η μνήμη μου νά μέ βοήθησε στήν προσπαθειά μου νά θυμηθώ, σωστά, αγαπημένες μορφές πού έλεγαν όσα  παραπάνω διαβάστηκαν.

Λάκης Αργυρόπουλος

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2013

Η ενορία Μπρούμα-Ηράκλειας κατά τον 19ο και 20ο αιώνα

Συγχωριανοί και φίλοι χρόνια πολλά! 
Τα Χριστούγεννα μας βρίσκουν ακόμη μία φορά φτωχότερους σε υλικά, ας ευχηθούμε, όμως, να μας βρουν πλουσιότερους σε πνευματικά αγαθά, όπως κατανόηση, συμπόνοια, αγάπη, αλληλοβοήθεια, πίστη και ελπίδα.Ας μας παρηγορεί ότι το έθνος μας κατόρθωσε θαυμαστά έργα κυρίως σε περιόδους πίεσης και δυσκολιών!
Μεταξύ άλλων είναι παρήγορο το γεγονός ότι μέσα στην περίοδο αυτή της "κρίσης" φαίνεται να ενισχύεται η αγάπη μας για πράγματα που είχαμε παλαιότερα παραμελήσει, όπως η ιστορία και ο πολιτισμός μας. Πολλές είναι η ιστοσελίδες που υπάρχουν ήδη, ενώ καινούριες δημιουργούνται καθημερινά, αφιερωμένες στην τοπική ιστορία της Ηλείας. Πρόκειται για προσπάθειες απλών ανθρώπων, χωρίς κανένα συμφέρον, αφορμώμενες μόνο από αγάπη για τον τόπο. Πολλές, επίσης, είναι οι πρωτοβουλίες για ανάδειξη μνημείων (λαμπρό παράδειγμα η αποκάλυψη του μεταβυζαντινού ναού του Ασκητή από τους κατοίκους του Γουμέρου). Τα εγκαίνεια του Αρχαιολογικού Μουσείου του Πύργου και οι νέες ανασκαφές στον αρχαιολογικό χώρο της Ολυμπίας συμπληρώνουν την εικόνα της αναζωογόνησης του ενδιαφέροντος για την Ηλεία, κρατικού και ιδιωτικού.
Μέσα σε αυτό το κλίμα και με την ίδια διάθεση, το φετινό μου άρθρο στην Ηλειακή Πρωτοχρονιά 14 αναφέρεται στην ιστορία της ενορίας του χωριού μας από το 1800 και εξής. Στις σελίδες του παραθέτω όσα στοιχεία έχω συλλέξει ως τώρα: συμφωνητικά για την κατασκευή του ναού και του τέμπλου της Κοιμήσεως, ιστορικά στοιχεία για όλους τους ναούς του χωριού και πλήρη κατάλογο των ιερέων από το 1800. Πρόκειται για πληροφορίες και έγγραφα που έρχονται για πρώτη φορά στο φως και αποτελούν αποτέλεσμα προσωπικού και πολύχρονου κόπου. Αποτελούν την ελάχιστη προσφορά στον τόπο που μεγάλωσα και στους ανθρώπους του. Αποτελούν, επίσης, το πρώτο βήμα της προσπάθειας για την ανάδειξη ενός μνημείου της περιοχής, του ενοριακού ναού του χωριού, που έφτασε ως τις μέρες μας, μαζί με μερικά ακόμη εκκλησιαστικά μνημεία της Ηλείας.
Όπως θα δείτε, το άρθρο είναι αφιερωμένο στην μνήμη τριών ανθρώπων που με βοήθησαν καθοριστικά και έβαλαν την βάση για το φετινό άρθρο, χαρίζοντάς μου τις αναμνήσεις τους. Η προθυμία τους για βοήθεια είναι για μένα πρότυπο ζωής.

Χρόνια πολλά και ευτυχισμένα στον καθένα σας ξεχωριστά!



Το παρόν άρθρο αποτελεί μέρος του κύκλου αναρτήσεων με θέμα την ιστορία και την αρχαιολογική αξία του Ιερού Ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Βλ. πάνω δεξιά την στήλη με τίτλο "Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου".

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

Γαμπροί και νύφες από και προς το Μπρούμα του 19ου αιώνα.

Ο γάμος υπήρξε από την αρχαιότητα ένα από τα βασικά μέσα επιβεβαίωσης της φιλίας και ισχυροποίησης των συμμαχιών, κυρίως όσον αφορά τις βασιλικές και αριστοκρατικές οικογένειες. Ωστόσο, ακόμη και μεταξύ των υπολοίπων κοινωνικών στρωμάτων η επιλογή συζύγου ακολούθησε πάντοτε παρόμοια λογική.
Είναι προφανές ότι, ειδικά όσον αφορά τους μικρούς αγροτικούς οικισμούς, η επιλογή συζύγου δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο ίδιο χωριό, αλλά περιλαμβάνει όλη την γύρω περιοχή, η έκταση της οποίας μπορεί να ποικίλλει ανά περίπτωση, από τα πολύ κοντινά χωριά μέχρι τα πολύ απομακρυσμένα. Η απόσταση του νέου σπιτιού από το πατρικό είναι ιδιαίτερα επώδυνη κυρίως για την γυναίκα και την μητέρα της. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο το γεγονός ότι σε πολλά δημοτικά τραγούδια ο πόνος αυτός έχει εκφραστεί πολλές φορές σπαρακτικά. Ας θυμηθούμε, παραδείγματος χάρη, το γνωστό «Τραγούδι του νεκρού αδερφού», όπου η μάνα με τον θρήνο και τις κατάρες της σηκώνει τον γιο της από τον τάφο για να της φέρει πίσω την παντρεμένη σε ξένο τόπο κόρη της.
Όσον αφορά το χωριό μας φαίνεται ότι τροφοδότησε άλλα χωριά με νέους και νέες συζύγους, αλλά εξίσου τροφοδοτήθηκε με γαμπρούς και νύφες. Πλούσιες πληροφορίες σχετικά με το θέμα, ειδικά αναφορικά με τον 19ο αιώνα, παραδίδουν τα συμβολαιογραφικά αρχεία, καθώς για την εποχή εκείνη τα στοιχεία που αφορούν τα θηλυκά μέλη των οικογενειών είναι ανύπαρκτα στα επίσημα διοικητικά έγγραφα του κράτους (εκλογικοί κατάλογοι, δημοτικοί κατάλογοι που συντάχθηκαν για πρώτη φορά τον 20ο αιώνα κλπ.). Καθίστανται, με αυτόν τον τρόπο, μοναδική πηγή γενεαλογικών πληροφοριών.
Παραθέτω, λοιπόν, στην συνέχεια, όσα στοιχεία έχω μέχρι στιγμής συλλέξει από το συμβολαιογραφικό αρχείο Ολυμπίων, που αφορούν τις σειρές 1 έως 4 των συμβολαιογραφούντων Ειρηνοδικών Ολυμπίων, οι οποίες εκτείνονται χρονικά από το 1859 ως το 1884. Τα ονόματα δίνονται ανά χωριό, ενώ σε παρένθεση αναφέρω την ακριβή ή κατά προσέγγιση χρονολογία της τέλεσης του γάμου.

Μπρουμαίοι παντρεμένοι στο Στρέφι
• Ανώνυμη κόρη Γιωργάκη Γκουράσα, σύζυγος Διονυσίου Αναστ. Δακουρά (Κυριακή 2/11/1875)
• Θεοδώρα Ευσταθίου Γεωργιοπούλου, σύζυγος Θεοδώρου Παπανικοπούλου (πριν τον Δεκέμβριο του 1876)
• Βασίλω Σπήλιου Σοφιανοπούλου, σύζυγος Λεωνίδα Τσατσαμπά (πριν το 1877)
• Αγγέλω Διαμαντοπούλου, σύζυγος Χρήστου Αγγελοπούλου (Κυριακή 12/11/1878)
• Φωτεινή Παναγιώτη Κανελλοπούλου, σύζυγος Παρασκευά Φωτοπούλου (πριν το 1882)

Στρεφαίοι παντρεμένοι στο Μπρούμα
• Ροϊδούλα Καπεζάνου, σύζυγος Χρήστου Κατσαριώτη (πριν το 1867)
• Κωνσταντίνος Αλεξίου Κουρνούτας, σώγαμπρος, σύζυγος Γιωργίτσας Γεωργάκη Κατσαριώτη (1868)

Μπρουμαίοι παντρεμένοι στο Σμίλα
• Θεοδώρα Δημητρίου Χριστοδουλοπούλου, σύζυγος Βασιλείου Κούτρα (πριν το 1870)

Σμυλαίοι παντρεμένοι στο Μπρούμα
• Ιωάννης Σκουλαρίκης, σώγαμπρος, σύζυγος άγνωστης (πριν το 1873)
• Παναγιώτα Ευσταθίου Μπίρμπα, σύζυγος Διονυσίου Γκουράσα (πριν το 1874)
• Μαρία Αναγνώστου Παναγοπούλου, σύζυγος Χαραλάμπου Γεωργιοπούλου (1879)

Πουρναραίοι παντρεμένοι στο Μπρούμα
• Παναγιώτα Αθανασοπούλου, σύζυγος Βασιλείου Δημητροπούλου (πριν το 1873) (Αναφέρονται στην αφιέρωση της εικόνας της Θεοτόκου της Κοιμήσεως)
• Παναγιώτα Παναγοπούλου, σύζυγος Πανάγου Ηλιοπούλου (πριν το 1876)
• Κυπαρίσσω (επώνυμο άγνωστο), σύζυγος Παναγιώτου Αναγ. Γκουράσα (πριν τις 23/10/1880)
• Αγγελική Αναγνώστου Τσιρώνη, σύζυγος Χρήστου Ευστ. Γεωργιοπούλου (Κυριακή 31/10/1882)

Μπρουμαίοι παντρεμένοι στο Κρεκούκι
• Ασπασία (επώνυμο άγνωστο) σύζυγος Παναγιώτη Κρέζου (πριν το 1875)

Κρεκουκαίοι παντρεμένου στο Μπρούμα
• Μαρία Δημητράκη Αναστασοπούλου, σύζυγος Πέτρου Γ. Κούφη (Κυριακή 14/11/1879)
• Γεωργίτσα Χριστοπούλου, σύζυγος Αντωνίου Γεωργιοπούλου (Κυριακή 9/11/1880)

Πλαταναίοι παντρεμένοι στο Μπρούμα
• Βασιλική Δημοπούλου, του Ανδρέα και της Ασήμως, σύζυγος Γεωργίου Μπουλούτα (Κυριακή 7/11/1876)

Δρουβαίοι παντρεμένοι στο Μπρούμα
• Ελένη Κοκκινοπούλου, του Κωνσταντίνου και της Δημήτρως, σύζυγος Χαραλάμπου. Ηλ. Κατσαριώτη (Κυριακή 24/4/1883)

Καρατουλαίοι παντρεμένοι στο Μπρούμα
• Μαγδαληνή Κανελλοπούλου, του Γεωργίου και της Μαρίας, σύζυγος Ασημάκη Ασημακοπούλου (πριν το 1875)
• Μανθίτσα Σταυροπούλου, σύζυγος Παναγιώτη Δημητροπούλου (19/10/1875) (Πέθανε το 1878 χωρίς να αποκτήσει παιδιά)

Καλολετσάνοι παντρεμένοι στο Μπρούμα
• Αθανάσιος Κ. Γκάμαρης, σώγαμπρος, σύζυγος Κωνσταντίνας Αθανασίου Κατσαριώτη (Κυριακή 29/6/1880)

Λανθαίοι παντρεμένοι στο Μπρούμα
• Ασπασία Μητροπούλου, σύζυγος αγνώστου (πριν το 1874)

Βάχλια Γορτυνίας
• Ελένη Δημοπούλου, σύζυγος Σπυρίδωνος Μπούλιαρη (περίπου 1869)

Άγνωστης καταγωγής
• Νικόλαος Σταμάτης ή Σταματόπουλος ή Ρουμελιώτης, σώγαμπρος, σύζυγος Γιωργούλας Μ. Γκουράσα (περίπου 1870)